μενού

Περιλαμβάνει άρθρα για την ιστορία του χωριού και της περιοχής από την εφημερίδα "Βοϊράνη". Στόχος μας είναι να εμπλουτισθεί στο μέλλον και με πρόσθετο σχετικό υλικό.

Περιλαμβάνονται άρθρα για την ιστορία του χωριού και της περιοχής που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα "Βοϊράνη".
Στόχος μας είναι να εμπλουτισθεί στο μέλλον και με πρόσθετο σχετικό υλικό.

Για τα γεγονότα στην περιοχή μας τον Σεπτέμβριο του 1941, που έμειναν γνωστά σαν "Σεπτεμβριανά"
 1 Η προετοιμασία της εξέγερσης του 1941 στην περιοχή μας
του Βασίλη Ριτζαλέου
 2 Τα Σεπτεμβριανά της Δράμας το 1941
συνέντευξη - συζήτηση με τον ερευνητή της τοπικής μας ιστορίας Δημήτρη Πασχαλίδη
 3 Το χρονικό της Μεγάλης Σφαγής στις 29 Σεπτεμβρίου 1941
του Κωνσταντίου Κυριαζή-Κηπουρού
 4 Tα γεγονότα στο χωριό μας, μετά τη Μεγάλη Σφαγή της 29/9/1941
του Κωνσταντίου Κυριαζή-Κηπουρού
Για τον Ελληνοΐταλικό πόλεμο και την κατοχή
 1 Αλβανικό Έπος: ο Λάζαρος Ανδρεάκης θυμάται
συνέντευξη από την Ιωάννα Ελευθερίου και την Ανθή Παρασχάκη
 2 Αλβανικό Έπος: Το ημερολόγιο του στρατιώτη Γεώργιου Βεράνη
του Δημήτρη Πασχαλίδη
 3 Μνήμες συγχωριανών μας από την εποχή του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940
του Βασίλη X. Ριτζαλέου
4 Παρασκευάς Ελευθεριάδης - Μια ηρωική μορφή
του Βασίλη X. Ριτζαλέου
5 Παρασκευάς Ελευθεριάδης: Επιστολές από το Αλβανικό μέτωπο
του Βασίλη X. Ριτζαλέου
 6  Οι Γερμανοί στο χωριό μας το Πάσχα του '41
του Βασίλη X. Ριτζαλέου
 7 Οι θηριωδίες των Βουλγαρικών Αρχών κατοχής (1941-1944) στο χωριό μας
του Βασίλη X. Ριτζαλέου
Για την ονομασία του χωριού και την ιστορία του  
 1 Άγιος Αθανάσιος, παλιά Βοϊράνη, Μπόργιανη
του Κωνσταντίνου Κυριαζή-Κηπουρού
 2 Βοϊράνη - Boyran - Μπόργιανη
του Βασίλη Πασχαλίδη
Για την ιστορία της ευρύτερης περιοχής  
1 Οι κώμες της ρωμαϊκής αποικίας των Φιλίππων (30 π. X. - 284 μ. X.)
του Βασίλη Πασχαλίδη
 2

Ιστορικά στοιχεία για την περιοχή
υλικό από το Κέντρο Προσφυγικής Μνήμης

 3 Οι σφαγές του Δοξάτου
υλικό από το Κέντρο Προσφυγικής Μνήμης
Για την τοπική ιστορία κατά την Τουρκοκρατία, πριν την εγκατάσταση των προσφύγων  
1 Επεισόδιο ενός ακήρυκτου πολέμου στην Μπόιραν του 1908
του Βασίλη X. Ριτζαλέου
 2 Στην Μπόργιανη των μουσουλμάνων και των πρώτων προσφύγων
του Βασίλη X. Ριτζαλέου
 3 Σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων στη Μπόργιανη και την περιοχή (1912-1915)
του Βασίλη X. Ριτζαλέου
 4 Η πρώτη εκκλησία του χωριού μας στις αρχές του 20ου αιώνα
του Βασίλη X. Ριτζαλέου
Για την τοπική μας ιστορία μετά την εγκατάσταση των προσφύγων  
1 Οι τουρκικές ονομασίες στον κάμπο του χωριού μας
του Βασίλη X. Ριτζαλέου
 2 Η ιστορία του Ηρώου του χωριού
της Δήμητρας Μαντζιώρη
   
Comment (31) Hits: 1706

Η προετοιμασία της εξέγερσης του 1941 στην περιοχή μας

του Βασίλη Ριτζαλέου

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Βοϊράνη», τεύχος 30, έτος 1996

Τους πρώτους μήνες της βουλγαρικής κατοχής (1941-1944) δεν υπήρχε στη Δράμα ένοπλη αντίσταση από τους υπόδουλους Έλληνες. Η εξέγερση του Σεπτεμβρίου του 1941 οργανώθηκε από τον Παντελή Χαμαλίδη ή «Αλέκο», όπως ήταν γνωστός στα χρόνια της παράνομης πολιτικής του δράσης, την εποχή του Μεταξά (1936 - 1941).

Το 1941 ο Χαμαλίδης, σε ηλικία περίπου 30 ετών, κατέχει τη θέση του Γραμματέα της Περιφερειακής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Δράμα. Εκδίδει παράνομη κομματική εφημερίδα και έρχεται σ' επαφή με αριστερούς σε χωριά της Δράμας.

Στον Άγιο Αθανάσιο θεωρούνται ιδιαίτερα δραστήρια μέλη ο Θεόφιλος Αντωνιάδης και ο θείος του Κώστας Αντωνιάδης, που διατηρούσε υφασματοπωλείο στο χωριό εκείνη την εποχή.
Με τη μεσολάβηση του Θεοφίλου κρύφτηκαν σε σπίτια του χωριού αριστεροί, που καταζητούνταν από τους Βούλγαρους στις αρχές Σεπτεμβρίου του '41.

Κέντρο του κινήματος ήταν η Τσίμπλα, το βουνό που βρίσκεται πάνω από τα Κύρια.
Ο Χαμαλίδης επισκέπτεται συχνά την περιοχή μας, μοιράζει την εφημερίδα στους συνδρομητές και προσπαθεί να μυήσει τα μέλη του κόμματος στο σχεδιαζόμενο κίνημα.
Ζητά από έμπιστους ανθρώπους να στρατό-λογηθούν άτομα και να συγκεντρωθούν όπλα. Τα περισσότερα προέρχονται από την εποχή της υποχώρησης του ελληνικού στρατού την άνοιξη του 1941.

Ο Χαμαλίδης κυκλοφορεί προκηρύξεις με επαναστατικό περιεχόμενο κατά των Βουλγάρων. Καλεί τον κόσμο να ξεσηκωθεί και να βγει στα βουνά.
Τον Ιούλιο του 1941 ελάχιστοι νέοι από το Νικηφόρο ανταποκρίνονται και καταφεύγουν στα βουνά μεταξύ Δράμας και Ξάνθης, επειδή ασχολούνταν εκεί χρονιά με την ξυλεία.
Κανείς από το κόμμα δεν ενδιαφέρεται για τους ενθουσιώδεις νέους. Θα επιστρέφουν, σε λίγες μέρες, μόνοι και απογοητευμένοι στο χωριό. Ήταν τα πρώτα σημάδια κακής οργάνωσης.

Ύστερα από μερικές βδομάδες θα ξεκινήσει νέα προσπάθεια από ομάδα δεκαπέντε ανθρώπων, που θα επιλέξουν το κρησφύγετο στην Τσίμπλα, θα συγκεντρώσουν όπλα στα χωριά και θα οργανώσουν τους μυημένους.
Δέκα μέρες πριν από την εξέγερση, που έγινε στις 29 Σεπτεμβρίου 1941, δίνεται το σύνθημα του Χαμαλίδη και όλοι μαζί ανεβαίνουν στο βουνό. Ο «Αλέκος» πηγαίνει μαζί τους, παίρνοντας και τη γραφομηχανή, για να γράφει προκηρύξεις.

Ανάμεσα στους δεκαπέντε της ηγετικής ομάδας ήταν και ο συγχωριανός μας Παρασκευά Ισαακίδης. Επρόκειτο για ένα δραστήριο άτομο με επιχειρηματικό πνεύμα. Τι ζητούσε, όμως, ανάμεσα σε αντάρτες; Ο Παρασκευάς θεωρήθηκε ανεπιθύμητος από τους Βούλγαρους, καθώς οι τελευταίοι απομάκρυναν προς τη γερμανοκρατούμενη ζώνη (τα 'σύνορα" ήταν στο Στρυμώνα) όλους τους δραστήριους Δραμινούς.
Οι αντάρτες έμαθαν για τον Παρασκευά από σύνδεσμο στο χωριό μας και του ζήτησαν να τους ακολουθήσει.
Εκείνος έβλεπε τα πράγματα μ' επιχειρηματικό πνεύμα και κάποιον ενθουσιασμό. Τους ακολούθησε, ενώ έστειλε τη γυναίκα και το γιο του σε κάποιο χωριό του Παγγαίου, απ' όπου, καταγόταν η γυναίκα του, για ν' αποφύγουν τα αντίποινα των καταχτητών.
Ο Ισαακίδης πρόσφερε διπλά στο κίνημα. Ήταν ευκατάστατος και βοήθησε οικονομικά στην προετοιμασία του. Έπειτα. προερχόταν από τον Πόντο και γνώριζε από αντάρτικο.
Όταν ανέβαιναν στο βουνό οι δεκαπέντε, ο Παρασκευάς φορτώθηκε και με δεύτερο όπλο, αλλά είδε πως ορισμένοι δεν ήταν εξίσου πρόθυμοι και τα άφηναν στους άλλους, Παραπονέθηκε στους υπόλοιπους, γιατί εκείνοι ήταν πιο σωματώδεις από τον ίδιο.

Όταν ξεσπά το κίνημα. η δύναμη των ανταρτών ανέρχεται σε 100 - 120 αντάρτες. Δύο άτομα προσπαθούν να φύγουν την τελευταία στιγμή, αλλά συλλαμβάνονται για την αποφυγή προδοσίας. Το πραγματικό όμως πρόβλημα του, Χαμαλίδη ήταν η απουσία έμπειρων στρατιωτικών.
Πολλοί από τους αντάρτες είχαν πολεμήσει στα αντάρτικα του Πόντου, στο Αλβανικό Μέτωπο και στα Οχυρά, αλλά κανείς δεν είχε τότε κάποιο επιτελικό πόστο για την οργάνωση του κινήματος.

Συχνά ο Χαμαλίδης μοιραζόταν αυτόν τον προβληματισμό με τους στενούς του συνεργάτες. Γνώριζε πως ο ενθουσιασμός τους δεν ήταν αρκετός. Χρειάζονταν και τις στρατιωτικές γνώσεις κάποιων ανθρώπων.
Στο στρατιωτικό τομέα τοποθέτησε αρχηγό τον καπετάν-Κίτσο. «Ήταν ακατάλληλος για τη θέση» θυμούνται άνθρωποι που έπαιξαν κάποιο ρόλο στα γεγονότα. Ο «Αλέκος» είχε την γενική εποπτεία και ευθύνη. Εκείνος έπαιρνε αποκλειστικά όλες τις αποφάσεις. Οι στενοί του συνεργάτες είχαν συγκροτήσει μια Επιτροπή που είχε όμως συμβουλευτικό χαρακτήρα, χωρίς καμία ισχύ.


Η ιστορική έρευνα βρίσκεται ακόμη στην αρχή, για να προχωρήσουμε σε οποιαδήποτε συμπεράσματα για τους σκοπούς του κινήματος. Από την αρχή τέθηκε το δίλημμα: Προδοσία και προβοκάτσια των Βουλγάρων ή αυθόρμητη εξέγερση πατριωτών; Κάτω από το βάρος των χιλιάδων νεκρών από τα αντίποινα και τις διχόνοιας αριστερών και δεξιών στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, κανείς ιστορικός δεν καταπιάστηκε σοβαρά με το θέμα. Με αίσθημα ευθύνης πρέπει να καταγράψουμε όλες τις μαρτυρίες και να τις αξιοποιήσουμε στο άμεσο μέλλον.


Πρόσφατες εκδόσεις βιβλίων σχετικές με την εξέγερση του 1941

Μαρτυρίες ηρώων Ανατολικής Μακεδονίας 1940 - 1944, Θεόδωρος Ξόμαλης, Καβάλα 1993, σελ. 400.

Με το ιδιαίτερα σημαντικό βιβλίο του ο κ. Ξόμαλης, ταγματάρχης του δικαστικού σώματος των ενόπλων δυνάμεων, έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό στην ιστορική έρευνα για την περιοχή μας. Κατόπιν πολύχρονης και κοπιαστικής προσπάθειας, συγκεντρώνει τις μαρτυρίες ανθρώπων που πολέμησαν στο Αλβανικό Μέτωπο, στις μάχες των Οχυρών και στη μάχη της Κρήτης, από τα χωριά της Δράμας, της Καβάλας και των Σερρών. Διασώζει όμως και δεκάδες μαρτυρίες για την τραγική περίοδο της βάρβαρης Βουλγαρικής Κατοχής (1941 - 1944) την πείνα, τις εκτελέσεις, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το αντάρτικο.

«Περιέτρεξα όλη την Ανατολική Μακεδονία από την άνοιξη του 1989, συνάντησα τους ήρωες των Μετώπων, τους διασωθέντες από τις ομαδικές εκτελέσεις της βουλγαρικής κατοχής, συνομίλησα με τις τοπικές αρχές, συγκέντρωσα στοιχεία από φωτογραφικό και έντυπο υλικό που αναφέρεται στην εποχή εκείνη και ευτύχησα να ολοκληρώσω την τετράχρονη αυτή προσπάθειά μου τον Απρίλιο του 1993», αναφέρει στην εισαγωγή του ο συγγραφέας.

Dramskoto Vastanie 1941 (Η εξέγερση του 1941 στη Δράμα), Georgi Daskalov, Σόφια 1992.

Το έργο του βούλγαρου ιστορικού Daskalov έχει για μας ιδιαίτερη αξία, γιατί παρουσιάζει ολοκληρωμένη τη βουλγαρική άποψη για τα γεγονότα και μάλιστα τεκμηριωμένη, μέσα από τη συστηματική μελέτη των βουλγαρικών αρχείων. Συγκεκριμένα, κάνει έρευνα στα κρατικά αρχεία και στα αρχεία του στρατού, που είναι απρόσιτα για τον Έλληνα ερευνητή.

Σύμφωνα με το υλικό του, πριν από την εκδήλωση της εξέγερσης στη Δράμα, έφτασαν πληροφορίες στις βουλγαρικές αρχές κατοχής για τη σύσταση ενόπλων ομάδων. Κατά την άποψή του η εκδήλωση της εξέγερσης, που οργανώθηκε από τους κομμουνιστές, επισπεύτηκε από το φόβο της αποκάλυψης και προτού ολοκληρωθούν οι προετοιμασίες.

Αν και γίνεται λόγος για 3000 θύματα ανάμεσα στον άμαχο πληθυσμό, επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Βουλγαρία απέτυχε να προσαρτήσει την Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη, την περίοδο 1941 - 1944. Κατά την γνώμη του ιστορικού, η χώρα του είχε κάθε δικαίωμα να το πράξει...

Ευχαριστώ θερμά τον υποψήφιο Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κ. Τ. Χατζηαναστασίου, για την ευγενική παραχώρηση αδημοσίευτου υλικού.

Comment (0) Hits: 1570

Τα Σεπτεμβριανά της Δράμας το 1941

Συνέντευξη - συζήτηση με τον ερευνητή της τοπικής μας ιστορίας Δημήτρη Πασχαλίδη
Επιμέλεια: Βασίλης Χ. Ριτζαλέος

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Βοϊράνη, τεύχος 51, έτος 2000.

Τοπική αργία...μνημεία εκτελεσθέντων...προσέλευση επισήμων...κατάθεση στεφάνων... φωτογραφίες και κάμερες...ανάκρουση εθνικού ύμνου...ενός λεπτού σιγή...αποχώρηση επισήμων ...1996 ...1997 ...1998... 1999 ...2000.
Μια από τις τραγικότερες και πιο σημαντικές σελίδες της νεότερης ιστορίας στη Δράμα κινδυνεύει να εξελιχθεί σ’ ένα μονότονο επετειακό γεγονός. Κάποιοι άνθρωποι ευτυχώς έχουν θέσει σκοπό της ζωής τους να καταγράψουν με αίσθημα ευθύνης τα γεγονότα και να τα παραδώσουν στις επόμενες γενιές.
Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι ερευνητές ιστορίας Δημήτρης Πασχαλίδης από τη Χωριστή και ο Τάσος Χατζηαναστασίου, κυπριακής καταγωγής, που βρήκαν θερμούς συμπαραστάτες τον Δήμο Δράμας, τη ΔΕΚΠΟΤΑ και τον Χρήστο Φαράκλα για την έκδοση της εργασίας τους. Ακολουθεί μια συζήτηση με τον ερευνητή της τοπικής μας ιστορίας Δ. Πασχαλίδη.


ΕΡ: «Σεπτεμβριανά της Δράμας 1941». Τί σημαίνουν για σας αυτές οι λέξεις;

Εξέγερση και αντίποινα. Μια πρόχειρα οργανωμένη εξέγερση από νέους, ενθουσιώδεις αλλά άπειρους στα στρατιωτικά ζητήματα ανθρώπους, στην πλειοψηφία τους αριστερούς, γεωργούς και εργάτες. Ακολούθησαν οργανωμένα βουλγαρικά αντίποινα, με ναζιστικές μεθόδους συγκέντρωσης και εξόντωσης άμαχου πληθυσμού. Είναι χαρακτηριστικό πως πρώτα υπήρξαν αντίποινα στον άμαχο πληθυσμό και έπειτα στους αντάρτες.

ΕΡ: Πότε ξεκινήσατε την έρευνα και τι στάθηκε ερέθισμα για αυτήν;

Ο προβληματισμός υπήρχε από παιδί, αλλά ξεκίνησα την έρευνα από το 1980. Συστηματικότερη έρευνα έγινε μετά το 1994, μαζί με τον Τάσο Χατζηαναστασίου. Έζησα ο ίδιος, σε ηλικία έξι ετών, τη συγκέντρωση των συγχωριανών μου στη θέση «Γκιόλα» της Χωριστής και είδα να εκτελούνται δεκάδες άνθρωποι μπροστά μου. Ήθελα πάντοτε να μάθω το γιατί συνέβησαν όλα αυτά.

ΕΡ: Μέχρι σήμερα έχουν γίνει και άλλες εργασίες για την ίδια περίοδο. Τι νομίζετε πως προσφέρει η δική σας δουλειά στη γνώση και στην ερμηνεία των γεγονότων;

Οι μέχρι τώρα ερμηνείες επηρεάστηκαν ή ακόμη και υπαγορεύτηκαν από πολιτικές σκοπιμότητες στα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου και στην εποχή που ακολούθησε. Μέσα από τα γεγονότα προσπαθούσαν να υποστηρίξουν κάποια συμπεράσματα, ερμηνείες στα οποία είχαν καταλήξει πριν ακόμη μελετήσουν όσα συνέβησαν! Στη συνέχεια πολλοί ακόμη επαναλάμβαναν μονότονα τις ίδιες απόψεις. Εξαντλώντας τα σχετικά δημοσιεύματα στα βουλγαρικά και λαμβάνοντας υπόψη εκατοντάδες προφορικές μαρτυρίες συμπεριλάβαμε στην εργασία μας μόνον όσες πληροφορίες είχαμε διασταυρώσει. Συνειδητά προσεγγίζουμε τα γεγονότα χωρίς προκατάληψη.

ΕΡ: Πώς ακριβώς κάνατε την έρευνα σας;

Αφού μελετήσαμε προσεκτικά όσα δημοσιεύτηκαν για αυτά τα γεγονότα, ιδιαίτερα από τη βουλγαρική πλευρά, προχωρήσαμε σε επιτόπια έρευνα σε όλα τα χωριά της περιοχής για πέντε-έξι χρόνια. Οι κάτοικοι ήταν σχεδόν πάντοτε πρόθυμοι να μας δώσουν πληροφορίες γιατί ήθελαν να μιλήσουν, τους «έκαιγε» αυτό το θέμα για χρόνια και ήθελαν να ανοίξουν την ψυχή τους.

ΕΡ: Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε στη συγκέντρωση των στοιχείων;

Τα κενά μνήμης των πληροφορητών μας, οι αλληλοσυγκρουόμενες κάποτε πληροφορίες, οι προσωπικές ερμηνείες που αλλοίωναν πολλές φορές την ιστορική αλήθεια. Πολλές δυσκολίες, ακόμη, στην προσπάθεια να καταρτίσουμε πλήρεις καταλόγους των θυμάτων.

ΕΡ: Ποιο είναι το βασικό περίγραμμα του περιεχομένου του βιβλίου σας;

Η εργασία μας ακολουθεί δύο βασικούς άξονες, την εξέγερση και τα βουλγαρικά αντίποινα. Για την εξέγερση, δώσαμε ιδιαίτερη προσοχή στην προετοιμασία, στην εξέλιξη και στην κατάληξή της. Αυτός ήταν ο κύριος στόχος της δουλειάς μας, καθώς μέχρι σήμερα η προσοχή άλλων ερευνητών ήταν συγκεντρωμένη στα αντίποινα. Περιγράφουμε τα γεγονότα και δίνουμε καταλόγους θυμάτων. Για τον Άγιο Αθανάσιο, έχουμε έξι βίαιους θανάτους που συνδέονται με τα αντίποινα: Καμπάνταης Αλέξανδρος, Κατσαντώνης Θωμάς, Βλαχόπουλος Αναστάσιος, Ρεπάκης Στέφανος, Κατσαντώνης Σωτήρης και Σακκόπουλος Γεώργιος.

ΕΡ:Σ ε κάθε ιστορική εργασία, πίσω από τα γεγονότα κρύβονται πολλές καθημερινές, συγκινητικές ιστορίες. Θυμάστε ορισμένες από αυτές;

Συγκινητική είναι η περίπτωση του βρέφους της οικογένειας Αντωνιάδη από τη Χωριστή. Μάνα και παιδί κρύβονταν στη Βάλτα, όταν πλησίασε βουλγαρικό απόσπασμα. Η μάνα έσφιξε το μωρό στην αγκαλιά της για να σταματήσει το κλάμα και να μην εντοπιστούν, αλλά άθελά της το έπνιξε...Αξιοσημείωτη και η περίπτωση του Αναστάσιου Βλαχόπουλου από τον Άγιο Αθανάσιο. Βρισκόταν το βράδυ της Κυριακής σε γαμήλιο γλέντι στο Νικηφόρο, όπου μάλιστα ήταν ο ίδιος κουμπάρος. Τότε επιτέθηκαν οι αντάρτες, το γλέντι σταμάτησε και ο ίδιος αποκλείστηκε στο χωριό. Εκτελέστηκε εκεί όταν τον ξεχώρισαν οι Βούλγαροι για τη γραμμή εκτέλεσης...

Ο 16χρονος Διογένης Παπαϊωάννου από το Δοξάτο γλύτωσε από την εκτέλεση στο χωριό του και έτρεχε σαν αγρίμι μέσα στα χωράφια προς τον Νικηφόρο. Εντοπίστηκε από Βούλγαρους στρατιώτες και εκτελέστηκε επιτόπου...

Μέσα σε όλη αυτήν την τραγωδία γεννήθηκαν την ώρα της αιματοχυσίας δύο μικρά παιδιά: ο Βασίλης Λιούσης μέσα στο δημοτικό σχολείο του Δοξάτου, όπου βρίσκονταν συγκεντρωμένα τα γυναικόπαιδα, και ο Γεώργιος Κουφατζής κοντά στη θέση Καρά-Ορμάν, όπου εκτελέστηκαν οι Κυργιώτες...

ΕΡ: Δεν έχουμε δει ποτέ στις εκδηλώσεις εκπρόσωπο ελληνικής κυβέρνησης. Γιατί;

Πράγματι, αυτό είναι και δική μου απορία. Αντίθετα με τα «Ελευθέρια», όταν έρχονται πάντοτε εκπρόσωποι της πολιτικής ηγεσίας, στην επέτειο για τα γεγονότα του 1941 παρίστανται μόνο εκπρόσωποι των τοπικών αρχών. Βέβαια είναι τοπική αργία μόνο για τους ιδιωτικούς φορείς. Για παράδειγμα είναι κλειστή η αγορά της πόλης, αλλά όχι και οι δημόσιες υπηρεσίες, αφού αυτό επιτρέπεται μόνο σε μια αργία για τέτοιο λόγο, την 1η Ιουλίου. Ίσως οι ερμηνείες μέχρι σήμερα περί συνομωσίας και «προβοκάτσιας» έβλαψαν την υπόθεση της ανάμνησης των γεγονότων. Αποστασιοποιούνται από το γεγονός μάλλον για διάφορους πολιτικούς λόγους.

ΕΡ: Πώς αντιμετωπίζει η βουλγαρική πλευρά τα γεγονότα της Δράμας;

Οι Βούλγαροι συνεχίζουν να πιστεύουν πως εντελώς άδικα έχασαν την Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη. Μάλιστα, ισχυρίζονται πως έχασαν αυτές τις περιοχές επειδή συνέβησαν τα γεγονότα του 1941, με τα αντίποινα και τους εκατοντάδες νεκρούς. Είναι όμως χαρακτηριστικό πως δικαιολογούν τα αντίποινα σαν συνέπεια της εξέγερσης. Και αυτές είναι απόψεις τόσο πολιτικών όσο και ιστορικών κύκλων στη Βουλγαρία.

ΕΡ: Τί θα περιμένατε να γίνει ακόμη στη Δράμα όσον αφορά τα γεγονότα; περαιτέρω έρευνα; δημιουργία αρχείου;

Ασφαλώς πρέπει να προχωρήσει η έρευνα και οφείλουν να συμβάλουν σε αυτό όλοι όσοι γνωρίζουν κάτι. Η δημιουργία ενός αρχείου προφορικής ιστορίας είναι ανάγκη για τη διαφύλαξη της ιστορικής μας μνήμης. Ύστερα από την έκδοση του βιβλίου μας, περιμένουμε να αξιοποιηθούν στοιχεία του και για τη μελέτη της τοπικής ιστορίας στα σχολεία μας. Τα παιδιά σήμερα δυστυχώς έχουν σχεδόν πλήρη άγνοια. Ελπίζουμε να διοργανωθεί και μια ημερίδα με αντικείμενο αποκλειστικά τα γεγονότα του 1941 και να κληθούν και Βούλγαροι ερευνητές.

ΕΡ: Τι έχετε κερδίσει ύστερα από τέτοια πολύχρονη έρευνα;

(Σκέφτεται για λίγο και συγκινημένος συνεχίζει...) Προσπαθήσαμε να δώσουμε ορισμένες απαντήσεις σε όλα αυτά τα «γιατί». Αισθανόμαστε χρέος απέναντι τόσο στα θύματα των αντιποίνων, όσο και στους εξεγερμένους που συκοφαντήθηκαν για δεκαετίες. Πρέπει να δείξουμε πως η θυσία για παράδειγμα των νεαρών στην πλειοψηφία τους Δοξατινών στάθηκε σωτήρια προειδοποίηση για τους νέους των άλλων χωριών καθώς απομακρύνθηκαν στα βουνά. Πρέπει όμως επίσης να δείξουμε πως μπορεί η εξέγερση να ήταν ανοργάνωτη, μπορεί οι Βούλγαροι να ενημερώθηκαν από πληροφοριοδότες τους, αλλά σε καμία περίπτωση το κίνημα δεν οργανώθηκε σε συνεργασία Ελλήνων κομμουνιστών και Βουλγάρων.

Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο που διαθέσατε και για την ενδιαφέρουσα συνέντευξη.

Και εγώ σας ευχαριστώ.

Comment (0) Hits: 1621

Το χρονικό της Μεγάλης Σφαγής στις 29 Σεπτεμβρίου 1941

Λαϊκή εξέγερση, ψευδοκίνημα ή προβοκάτσια;
Τί συνέβη στο χωριό μας πριν και μετά;

Μια ιστορική αναδρομή στις άγνωστες μέχρι τώρα πτυχές, στη μνήμη όσων έχασαν την ζωή τους μετά την ένοπλη εξέγερση κατά των Βουλγάρων στις 29 Σεπτεμβρίου 1941

του Κωνσταντίου Κυριαζή-Κηπουρού

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Βοϊράνη», τεύχος 14, έτος 1993


Κατάληψη από Βουλγάρους και βίαιος εκβουλγαρισμός

Στις 9 Απριλίου του 1941 τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής έμπαιναν στην Θεσσαλονίκη. Λίγες μέρες αργότερα ο αγκυλωτός σταυρός θα κυμάτιζε σ' όλες τις ελληνικές πόλεις.
Η Ελλάδα, οι Έλληνες, είχαν μπει στη σκοτεινή σήραγγα της κατοχής. Κανείς δεν γνώριζε που τελείωνε κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει τι έμελλε να γίνει. Το μόνο σίγουρο ήταν η αβεβαιότητα που σκόρπιζε η φασιστική λαίλαπα που σάρωνε την εποχή εκείνη την Ευρώπη.
Η Μακεδονία και η Θράκη είχαν φυσικά την τύχη όλης της υπόλοιπης Ελλάδας.
Με μια μόνη διάφορά ότι όσα συνέβη σαν στις περιοχές αυτές ξεπερνούν κατά πολύ τη δυνατότητα οποιουδήποτε να τα περιγράφει γραπτά. Γιατί στο χώρο αυτό η βαρβαρότητα και η δίψα για ελληνικό αίμα, του βούλγαρου κατακτητή ξεπέρασε κάθε προηγούμενο και θα αποτελεί για πάντα μελανό στίγμα για την «πολιτισμένη» ανθρωπότητα.
Με την είσοδο των Γερμανών, ακολούθησαν την κάθοδό του στην Ελλάδα τρεις μεραρχίες του 2ου σώματος στρατού της Βουλγαρίας και χωρίς να ρίξουν τουφέκια, κατέλαβαν την περιοχή μεταξύ των ποταμών Νέστου και Στρυμόνα.
Το παλιό και δεδηλωμένο σχέδιο των Βουλγάρων να επεκταθούν ως τις βορειοελλαδίτικες ακτές του Αιγαίου, έπαιρνε σάρκα και οστά.
Οι Νομοί Δράμας, Καβάλας, Σερρών (Ανατολική Μακεδονία) και Ξάνθης, Ροδόπης και μικρό τμήμα του νομού Έβρου (Θράκη), περιήλθαν στα χέρια των Βουλγάρων και παρ' ότι στο χώρο αυτό κατοικούσαν 800.000 άνθρωποι, οι οποίοι σε ποσοστό 95% σύμφωνα με επίσημα στοιχεία ήταν Έλληνες, οι Βούλγαροι κατακτητές επιδόθηκαν με μανία στο έργο της αλλοίωσης του εθνολογικού χαρακτήρα των κατοίκων της περιοχής.
Για τον λόγο αυτό κατάργησαν όλες τις δημοτικές και κοινοτικές αρχές, τις οποίες αντικατέστησαν με Βουλγάρους που μεταφέρθηκαν από την Βουλγαρία, καθιέρωσαν την υποχρεωτική χρήση της Βουλγαρικής γλώσσας, έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία, κατήργησαν το οικογενειακό άσυλο, δήμευσαν περιουσίες, απέλασαν μορφωμένους Έλληνες, στρατολόγησαν υποχρεωτικά νέους Έλληνες κλπ.

Η πρώτη αντίσταση

Από τις πρώτες μέρες της κατοχής άρχισαν να στήνονται σε πόλεις και χωρία πυρήνες αντίστασης και στις βουλγαροκρατούμενες περιοχές ιδρύεται τον Μάιο του 1941, η οργάνωση «Φιλική Εταιρεία», η οποία άρχισε την οργάνωση μυστικών ενόπλων δυνάμεων κρούσεις που ονομάστηκαν «Ιεροί Λόχοι».
Τον Ιούλιο του 1941 οργανώθηκε στο βουνό της Δράμας Τσαλ-νταγ (περιοχή Νικηφόρου) η πρώτη ανταρτική ομάδα, αποτελούμενη από 75 άνδρες καλά εξοπλισμένους με αρχηγό τον Μ. Γεωργιάδη (ψευδώνυμο Σπάρτακος) και υπαρχηγό τον X. Παστουρματζή (ψευδώνυμο Κίτσος).
Λίγο αργότερα οργανώθηκαν αντάρτικα στα βουνά Μποζ-Νταγ και Κυρα-Μπαϊρά της Καρλίκοβας, που είχαν στα στόχο την ανατίναξη της γέφυρας Νικηφόρου και της γέφυρας Φωτολίβους, καθώς και την σύσταση πολιτικών οργανώσεων στα χωριά για οργάνωση παράνομων νοσοκομείων, υπόγειων καταφύγιων, αποθηκών τροφίμων και πυρομαχικών.
Πολλά γράφτηκαν και ειπώθηκαν τόσο κατά την διάρκεια του πολέμου όσο και μέχρι σήμερα, για τα όσα συνέβησαν στην περιοχή μας την 29 - 30 Σεπτεμβρίου 1941. Τα περισσότερα υπαγορεύτηκαν από τις σκοπιμότητες των καιρών και το ταραγμένο πολιτικό κλίμα της εποχής. Απ όλα αυτά δύο γεγονότα είναι σίγουρα:
Πρώτο, ότι στα κατεχόμενα από τους Βουλγάρους ελληνικά εδάφη, ξέσπασε η πρώτη ίσως στην Ευρώπη, μαζική ένοπλη εξέγερση κατά στρατού κατοχής.
Δεύτερο, ότι ακολούθησε μια τρομακτική σε έκταση βαρβαρότητας, σφαγή που τα θύματα της οι πιο συγκροτημένοι υπολογισμοί τα ανεβάζουν σε 3.500 - 4.000 άτομα, ενώ άλλες εκτιμήσεις τα ανεβάζουν σε 12.000 άτομα.

Τα γεγονότα στην περιοχή

Στην πόλη της Δράμας είχαν σχηματιστεί δύο ένοπλες ομάδες, η μία με αρχηγό τον Αδαμίδη ή Μαργέλο και η άλλη τον Θεόφιλο - Ψαρρά (μάλλον πρόκειται για τον Θεόφιλο Αντωνιάδη) που κατάγονταν από τον Άγιο Αθανάσιο μέλος της Π.Ε. Δράμας του Κ.Κ.Ε. ο οποίος εκτελέστηκε αργότερα το 1947.
Το βράδυ της 28 Σεπτεμβρίου 1941, άντρες της ομάδας Ψαρρά ανατίναξαν το εργοστάσιο ηλεκτροφωτισμού της Δράμας, με τη διπλανή σ' αυτό αποθήκη πετρελαίου και βύθισαν όλη τη Δράμα στο σκοτάδι. Η ομάδα Αντωνιάδη που είχε εντολή να ανατινάξει το βοηθητικό εργοστάσιο ηλεκτροφωτισμού της Δράμας, έπεσε πάνω οε βουλγαρική περίπολο και δεν μπόρεσε να εξετελέσει την αποστολή της.

Η πυρπόληση του εργοστασίου που έγινε στις 9 παρά 5' ήταν το σύνθημα για την έναρξη δράσης των υπόλοιπων αντάρτικών ομάδων της περιοχής. Αντάρτες από το Τσαλ-νταγ χτυπούσαν μέσα στη Δράμα σε καίριους στόχους (αποθήκες Σιδηροδρομικού Σταθμού, στρατώνες πεζικού και πυροβολικού).

Σχεδόν την ίδια ώρα σύμφωνα με το σχέδιο του Παντελή Χαμαλίδη (Αλέκου) γραμματέα της οργάνωσης του Κ.Κ.Ε. Δράμας, 33 αντάρτες με αρχηγό τον έφεδρο ανθυπολοχαγό και δικηγόρο Χρήστο Καγιά ή Καλαϊτζή από τον Νικηφόρο, μπήκαν στο Δοξάτο και χτύπησαν το σταθμό χωροφυλακής, σκοτώνοντας πέντε Βούλγαρους χωροφύλακες κι ένα Έλληνα καταδότη. Επίσης αντάρτες με επικεφαλείς τους Στάθη Σπαθάρα και Ηρακλή Μελετιάδη, μπήκαν στα Κύργια, επιτέθηκαν στο αστυνομικό τμήμα, σκότωσαν δύο χωροφύλακες, συνέλαβαν άλλους 4 που τους εκτέλεσαν αργότερα και απήγαγαν τον «δήμαρχο» Ιβάν Γαβρίλωφ Το ίδιο σκηνικό αλλού σε μεγαλύτερη, αλλού σε μικρότερη ένταση επαναλήφθηκε σχεδόν σ' όλα τα χωριά και κωμοπόλεις της περιοχής (Νικηφόρος, Ανδριανή, Χωριστή, Προσοτσάνη, Φωτολίβος, Συμβολή, Μικρόπολη, Σιταγροί, Κουδούνια κ.ά).

Τα αποτελέσματα της εξέγερσης της 28.3.41, είναι λίγο πολύ γνωστά. Ακολούθησε ένα μεγάλο πογκρόμ βιαιότητας και βαρβαρότητας από τους Βούλγαρους κατακτητές που διοχέτευσαν όλη τους τη μανία στους αθώους πολίτες, κυρίως γυναικόπαιδα.
Σύμφωνα με μέτριες εκτιμήσεις τουλάχιστον 2.000 άτομα δολοφονήθηκαν στην πόλη της Δράμας, εκείνες τις ημέρες.

Το μαρτυρικό Δοξάτο, που είχε γνωρίσει την μανία των Βουλγάρων το 1913 και την περίοδο 1916-18, «πλήρωσε» και πάλι βαρύ φόρο αίματος, θυσιάζοντας για την πατρίδα 397 άτομα κυρίως νέους και γυναικόπαιδα. Αλλά και τα γύρω χωριά από τη Δράμα και το Δοξάτο είχαν την ίδια τραγική μοίρα.
Έγιναν συγκεντρώσεις όσων κατοίκων δεν είχαν καταφύγια στα χωράφια, πολλές από τις οποίες αιματοβάφτηκαν, σκορπίζοντας τον τρόμο στους κατοίκους της περιοχής. Έτσι στην Προσοτσάνη τα θύματα της βουλγαρικής θηριωδίας υπολογίζονταν σε 3500, στην Χωριστή εκτελέστηκαν 150, στον Νικηφόρο 25 και στα Κύργια σε 150 οι οποίοι εκτελέστηκαν στο Καρά-Ορμάν όπου κατέφυγαν και όπου τους περικύκλωσαν οι Βούλγαροι.

14.iosifidis 

 Ο Παντελής Ιωσηφίδης σήμερα (1993)

Τα γεγονότα στον Άγιο Αθανάσιο

Στον Άγιο Αθανάσιο, το χωριό μας, που αριθμούσε τότε περί τους 1000 κατοίκους, όλους Έλληνες, οι Βούλγαροι εγκαταστάθηκαν ένα μήνα μετά τη διέλευση των Γερμανών και από τις πρώτες ενέργειες ήταν η αντικατάσταση του Έλληνα Προέδρου της Κοινότητας Ιωάννη Παπατζάλλα με βούλγαρο πρόεδρο.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1941 και ενώ όπως προεκτέθηκε είχε δημιουργηθεί στην περιοχή ένα κλίμα αντίστασης, έγινε μια ιστορική σύσκεψη στο σπίτι του Κώστα Αντωνιάδη, στέλεχος του Κ.Κ.Ε. που έχει προ πολλού πεθάνει, η οποία είχε σαν στόχο την οργάνωση ένοπλης αντίστασης κατά των Βουλγάρων.
Στην σύσκεψη εκείνη συμμετείχαν ακόμη οι συγχωριανοί μας Παρασκευάς Ισαακίδης, ο Μιχ. Βαραδάς, ο Θεόφιλος Αντωνιάδης (ξάδελφος του Κώστα), ο Γιάννης Γιαννουλάκης και ο Παντελής Ιωσηφίδης, ως υπεύθυνος της Κ.Ν.Ε. (νεολαία Κ.Κ.Ε.). Όλοι οι παραπάνω πλην του Παντελή Ιωσηφίδη, έχουν ήδη πεθάνει και συνεπώς η μόνη πηγή άντλησης πληροφοριών είναι ο επιζών Παν. Ιωσηφίδης.

Να τι μας λέει λοιπόν για τα γεγονότα εκείνων των ημερών:

«Στη σύσκεψη εκείνη προήδρευε ο Χρήστος Καγιάς ή Καλαϊτζής (αυτός που ηγήθηκε στην ένοπλη επίθεση κατά του αστυνομικού σταθμού Δοξάτου), ο οποίος πρότεινε τη συγκρότηση αντάρτικων επαναστατικών ομάδων και την ένοπλη σύγκρουση με τους Βουλγάρους.
Στην πρόταση εκείνη αντέδρασα μόνο εγώ, με το σκεπτικό ότι η ενέργεια αυτή ήταν κίνηση αυτοκτονίας, αφού δεν είχαμε ούτε οργάνωση, ούτε όπλα ενώ αντίθετα, οι Βούλγαροι είχαν όλα τα μέσα για να καταπνίξουν στο αίμα κάθε εξέγερση.
Η εντύπωση μου ήταν ότι ο Καγιάς λειτουργούσε αυτοβούλως και δίχως συνεννόηση με την κεντρική οργάνωση του Κ.Κ.Ε. Μας έλεγε ότι θα έχουμε ρώσικη βοήθεια με πτώση αλεξιπτωτιστών και ότι θα γίνει εξέγερση κατά του φασιστικού καθεστώτος και στην Βουλγαρία.
Δυστυχώς η πρότασή του έγινε δεκτή από τους υπόλοιπους οι οποίοι τον ακολούθησαν στο βουνό μαζί με άλλα περίπου 70 άτομα από το χωριό, ενώ για μένα αφέθηκε η ρετσινιά του «προδότη».

Και συνεχίζει ο Π. Ιωσηφίδης,

«Το βράδυ της 28ης Σεπτεμβρίου 1941, μια ομάδα ανταρτών μπήκαν στο χωριό, έκαψαν την Κοινότητα, σκότωσαν τον βουλγαρογραμμένο Έλληνα αγροφύλακα καθώς και τον Βούλγαρο Πρόεδρο της Κοινότητας και αφού φώναξαν διάφορά συνθήματα αποχώρησαν στο βουνό.
Τα γεγονότα στο χωριό και στην περιοχή, κυκλοφόρησαν αμέσως από στόμα σε στόμα και μια σκιά αγωνίας και φόβου για όσα έμελλε να ακολουθήσουν ζωγραφιζόταν σε όλα τα πρόσωπα. Κάτω από τις συνθήκες αυτές και την βεβαιότητα των αντιποίνων που θα ακολουθούσαν αποφασίστηκε απ' όλους τους συγχωριανούς να εγκαταλείψουν το χωριό.
Έτσι, κατά τις 2 μετά τα μεσάνυχτα ένα καραβάνι από κάρα πήρε δρόμο για τη Βάλτα, που ήταν πνιγμένη στα καλαμπόκια και αποτελούσε τον καλύτερο κρυψώνα.
Το πρωί δεν υπήρχε κανείς στο χωριό εκτός από δεκατρείς περίπου οικογένειες που είχαν «λίστα - κάρτα» ήταν δηλ. βουλγαρογραμμένοι και φιλικοί με τους Βουλγάρους καθώς και 60 - 70 άτομα, που λόγω ασθενειών και ηλικίας δεν μπορούσαν να μετακινηθούν.
Την επόμενη μέρα και πρωί (29.9.41) οι Βούλγαροι συγκέντρωσαν στην περιοχή της στέρνας, έξω από το χωριό, όλους όσους είχαν απομείνει, εκτός από τους «βουλγαρογραμμένους» με σκοπό να τους εκτελέσουν για αντίποινα.
Και ενώ ήταν όλα έτοιμα για να βαφεί στο αίμα και το χωριό μας, ως εκ θαύματος μετά την μεσολάβηση βουλγάρων που φιλοξενούνταν εκείνες τις μέρες στο χωριό μας από Έλληνες συγγενείς τους, αλλά και από Έλληνες που επηρέαζαν τους Βούλγαρους, φιλικά προσκείμενους σ' αυτούς, οι Βούλγαροι πείστηκαν τελικά να μην τους εκτελέσουν και να τους αφήσουν να επιστρέψουν στα σπίτια τους.
Τις επόμενες ημέρες επέστρεψαν στα σπίτια τους και οι συγχωριανοί μας που ήταν κρυμμένοι στην «Βάλτα». Έτσι, το χωριό μας δεν είχε την τύχη διπλανών χωριών και γλύτωσε από τη μεγάλη σφαγή (από την αφήγηση του Παν, Ιωσηφίδη).
Στο χωριό μας όμως έγιναν κι άλλα γεγονότα που στοίχισαν τη ζωή σε νέους ανθρώπους τόσο κατά το διάστημα της «εξέγερσης» όσο και κατά το διάστημά της βουλγαρικής κατοχής.

skk077 

Ο Παντελής Ιωσηφίδης στην Καβάλα, λίγο πριν τα "Δεκεμβριανά"


Για όλα όμως αυτά τα σημαντικά ιστορικά στοιχεία, που στηρίζονται σε αφηγήσεις συγχωριανών μας που τα έζησαν, για τον πραγματικό χαρακτήρα της «εξέγερσης» που τόσο αμφισβητείται μέχρι σήμερα από τους ιστορικούς της εποχής καθώς και για τα γεγονότα που συνέβησαν στο χωριό μας κατά την διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής μέχρι την απελευθέρωση, δείτε το Τα γεγονότα στο χωριό μας, μετά τη Μεγάλη Σφαγή της 29-9-1941

 

Comment (0) Hits: 2582

Τα γεγονότα στο χωριό μας, μετά τη Μεγάλη Σφαγή της 29/9/1941

του Κωνσταντίου Κυριαζή-Κηπουρού

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Βοϊράνη», τεύχος 15, έτος 1994


Μια ιστορική αναδρομή με άγνωστες μέχρι τώρα πτυχές, στη μνήμη όσων έχασαν τη ζωή τους ή αγωνίστηκαν κατά των Βουλγάρων στην κατοχική περίοδο

Στο πρώτο μέρος του άρθρου αυτού (δείτε Το χρονικό της Μεγάλης Σφαγής στις 29 Σεπτεμβρίου 1941) επιχειρήσαμε να περιγράφουμε τα σημαντικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην περιοχή μας, λίγο πριν και μετά τη μεγάλη σφαγή της 29ης Σεπτεμβρίου 1941, που στοίχισε τη ζωή χιλιάδων αθώων Ελλήνων κυρίως νέων και γυναικόπαιδων.
Στο δεύτερο μέρος θα αναφερθούμε στον χαρακτήρα της εξέγερσης και στα γεγονότα που ακολούθησαν και συνέβησαν στο χωριό μας κατά την διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής, έτσι όπως μας τα περιέγραψαν οι συγχωριανοί μας που τα έζησαν.

Ο χαρακτήρας της εξέγερσης

Πολλά γράφτηκαν και ειπώθηκαν από πολλούς για τον χαρακτήρα της εξέγερσης της 29/9/1941, που ήταν κατά γενική ομολογία η πρώτη μαζική ένοπλη εξέγερση στην Ευρώπη κατά των δυνάμεων του άξονα.

Τα περισσότερα από αυτά υπαγορεύτηκαν από τις πολιτικές σκοπιμότητες των καιρών και στηρίζονται σε αφηγήσεις και μαρτυρίες των πρωταγωνιστών εκείνης της εποχής.

Μία από αυτές και ίσως από τις πλέον αξιόπιστες είναι του συγχωριανού μας Παντελή Ιωσηφίδη, ο οποίος έζησε από πολύ κοντά τα γεγονότα λόγω και της κομματικής θέσης που κατείχε τότε (υπεύθυνος ΚΝΕ - νεολαίας K.K.Ε.).

Σήμερα ο κυρ-Παντελής σε βαθύ γήρας και τυφλός, αλλά με πεντακάθαρο μυαλό, απαλλαγμένος από τις συναισθηματικές φορτίσεις του παρελθόντος, προσεγγίζει με νηφαλιότητα την ουσία των γεγονότων και δίνει την πραγματική τους διάσταση.

Διαβάσαμε στο πρώτο μέρος του άρθρου ότι ήταν ο μόνος που διαφώνησε στην ιστορική σύσκεψη στελεχών του ΚΚΕ που έγινε στις αρχές Σεπτεμβρίου στο σπίτι του συγχωριανού μας Κώστα Αντωνιάδη, παρουσία του δικηγόρου Χρήστου Καγιά-Καλαϊτζή που ηγήθηκε αργότερα της ένοπλης επίθεσης στο αστυνομικό τμήμα Δοξάτου.

Στην πρόταση του Καγιά για έξοδο στο βουνό και προετοιμασία ένοπλης εξέγερσης, με το σκεπτικό ότι ο αγώνας θα συνεχιστεί από Βουλγάρους αντιφασίστες και από την Σοβιετική Ένωση, ο κυρ-Παντελής αντέταξε; «Άκουσε σύντροφε με λιανοντούφεκα και ανεπιβεβαίωτες υποσχέσεις δεν γίνονται επαναστάσεις.

Συγχρόνως όμως μας καταθέτει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Μας βεβαιώνει κατηγορηματικά ότι το γραφείο Αν. Μακεδονίας του Κ.Κ.Ε. είχε αντιρρήσεις για την εξέγερση την οποία θεωρούσε αυτοκτονία, αυτό δε το γνωρίζει από τις απευθείας επαφές του με τον τότε υπεύθυνο του γραφείου Αναστασιάδη.

Έτσι λοιπόν σήμερα ο κυρ-Παντελής θεωρεί ότι η πιθανότερη εκδοχή για τον χαρακτήρα της εξέγερσης του '41 είναι ότι ήταν «προβοκάτσια» των Βουλγάρων, οι οποίοι παραπλάνησαν με ύπουλο τρόπο Έλληνες πατριώτες που τους υποκίνησαν να κάνουν την εξέγερση, ώστε έτσι είτε να έχουν μετά την ευκαιρία να την καταπνίξουν, στο αίμα και να επιβάλλουν μια στυγνή τυραννία με απώτερο στόχο τον εκβουλγαρισμό της περιοχής μας.

Σημαντική και ταυτόσημη με την πιο πάνω θέση είναι και η άποψη του συγχωριανού μας Αν. Δανδίνη, ο οποίος μετείχε της επίθεσης των ανταρτών στην πόλη της Δράμας, μαζί με τους συγχωριανούς μας Γ. Τσολακίδη, Θανάση Πολίτη, και Γιάννη Μυλωνά μαζί με άλλους 200 αντάρτες υπό την ηγεσία του Κίτσου.

Μας καταθέτει λοιπόν ότι σε συζήτηση που είχε με αγγελιοφόρο που πήγε μήνυμα στον υπεύθυνο του γραφείου Κ.Κ.Ε. της Καβάλας Ιωαννίδη, του είπε «τρελαθήκατε και κάνετε αυτό το πράμα» δείχνοντας την αντίθεσή του στην ένοπλη εξέγερση.
Με την άποψη της «προβοκάτσιας» συντάσσονται και οι πέντε Έλληνες καθηγητές Πανεπιστημίου στην έκθεσή τους με τίτλο «Η Μαύρη Βίβλος των Βουλγαρικών εγκλημάτων εις την Ανατολικήν Μακεδονίαν και Δυτικήν Θράκην (1941-44)» (διαθέσιμο στο τέλος του άρθρου) που στηρίζεται σε μαρτυρίες κατοίκων της περιοχής Δράμας.

Αναφέρουν λοιπόν:

Ο Βούλγαρος ιερεύς Μάρκος Κοσμάνωφ, διαμένων εις την οικίαν του Έλληνος Γεωργίου Παπαιωάννου εις Δοξάτον εδήλωσε: «Το κίνημα το έκαμαν οι Βούλγαροι δια να σφάξουν τους Έλληνες, ως χριστιανός θέλω να ειπώ την αλήθειαν ...»
Εις τα Σέρρας ο Βούλγαρος αξιωματικός Νίκοφ εδήλωσε εις τον ιατρόν Γεώργιον Τσάμην «εγνωρίζαμεν και την ημέραν και την ώραν της εκρηξεως του κινήματος, αλλά σκοπίμως το αφήσαμε να εκδηλωθεί δια να τιμωρήσουμε τους Έλληνας».
Είναι δύσκολο να εξακριβωθεί η γνησιότητα αυτών των μαρτυριών. Ένα όμως είναι σίγουρο και αυτό το αναγνωρίζουν όλοι οι ιστορικοί της Αριστεράς. Ο Παντελής Χαμαλίδης (Αλέκος) γραμματέας της οργάνωσης Δράμας του ΚΚΕ, έπεσε στην αριστοτεχνική παγίδα των Βουλγάρων προβοκατόρων. Έτσι ενώ, όπως βεβαιώνει Θ. Κρόκος σε έκθεσή του (αρχεία του ΚΚΕ) σε σύσκεψη καθοδηγητικών οργάνων του κόμματος, όπου μετείχε και ο Χαμαλίδης, «είχε αποφασιστεί να ανατινάξει μόνο τον ηλεκτρικό σταθμό της Δράμας, αυτός παρασύρθηκε και έκανε κίνημα...».
Στην ίδια εκδοχή καταλήγει και ο Π. Παπαδόπουλος στο βιβλίο του «Η εθνική Αντίστασις κατά της βουλγαρικής επιδρομής» (έκδοση 1953), όπου αναφέρει ότι οι βουλγαρικές αρχές κατοχής κατέστρωσαν το σατανικό τους σχέδιο την 15η Αυγούστου 1941 στο Νομαρχιακό μέγαρο της Δράμας.
Αναφέρει επί λέξει: «προς τον σκοπόν τούτον Βούλγαροι στρατιωτικοί, πολιτικοί υπάλληλοι και πράκτορες ιδιώτες, υπεκρίθησαν τους κομμουνιστάς και ελθόντες εις επαφήν μετά των Ελλήνων τοιούτων, τους έπεισαν να υιοθετήσωσι το επαναστατικόν σχέδιον, χορηγήσαντες εις αυτούς μερικά όπλα, χρήματα και αρκετούς άνδρες ως συνδρομήν».

Τελικά φαίνεται ότι ο διεθνιστικός ρομαντισμός του Χαμαλίδη, ο οποίος πείστηκε από τις σκόπιμες «πληροφορίες» των Βουλγάρων ότι επίκειται επανάσταση κατά της Βουλγαρικής Κυβέρνησης, δεν του άφησε περιθώρια για πιο ψύχραιμες σκέψεις και οδηγήθηκε στην απόφαση για εξέγερση με τα γνωστά αποτελέσματα. Πάντως είναι πολλοί που τα γεγονότα εκείνης της εποχής τα χαρακτηρίζουν ως "ψευδοκίνημα» και άλλοι ως «λαϊκή εξέγερση».

Το γεγονός είναι ότι μετά το αιματοκύλισμα όλοι έσπευσαν να τα καταδικάσουν, θεωρώντας σαν αιτία της σφαγής την εξέγερση.

Την στάση αυτή τήρησε και το Κ.Κ.Ε. κάτω από την αφόρητη πίεση όλου του πολιτικού κόσμου, οδηγούμενη σε μια συνολική καταδίκη του «κινήματος». Ορισμένοι μάλιστα επικαλέσθηκαν (άσχετα αν αυτό αληθεύει) σαν βασικό επιχείρημα της ζημιάς που έκανε η πρόωρη εξέγερση της Δράμας, την σημαντική καθυστέρηση εμφάνισης αντάρτικου στη Μακεδονία - Θράκη.

Άσχετα όμως με το τι πιστεύει κανείς, πρέπει να σημειωθεί ότι μεταξύ σκλαβιάς και αξιοπρέπειας η επιλογή του δεύτερου δρόμου συνεπάγεται θυσίες.

Είναι βέβαιο ότι οι εξεγερμένοι της περιοχής μας προτίμησαν τον θάνατο πολεμώντας για την ελευθερία, και η στάση που κράτησαν απέναντι στο δίλημμα ελευθερία ή θάνατος θα τους χαρακτηρίζει για πάντα.

Γεγονότα της κατοχικής περιόδου στον Άγιο Αθανάσιο

Στο κεφάλαιο αυτά θα γίνει αναφορά σε σημαντικά γεγονότα που συνέβησαν στο χωριό μας κατά την κατοχική περίοδο, τα οποία μαρτυρούν πράξεις ηρωισμού και αυταπάρνησης από συγχωριανούς μας απέναντι στον Βούλγαρο κατακτητή.
Τα γεγονότα αυτά τα καταγράφουμε στηριγμένοι σε μαρτυρίες συγχωριανών μας και είναι ίσως άγνωστα σε πολλούς, κυρίως δε στους νεώτερους.
Πιστεύουμε ότι τέτοιες πράξεις, οι οποίες μπορεί να είναι πολύ περισσότερες απ' όσες καταγράφονται στο χώρο αυτό, πρέπει να μνημονεύονται πάντα για την γνώση της ιστορικής αλήθειας του τόπου μας και την απόδοση της οφειλόμενης τιμής σ' αυτούς που έδωσαν κάτι από την ζωή τους ή και αυτήν ακόμη για να είμαστε εμείς σήμερα ελεύθεροι.

Σωκράτης Φεδίνογλου

Την νύχτα της εξέγερσης, οι αντάρτες χτύπησαν την πόρτα του σπιτιού του Σωκράτη Φεδίνογλου, ηλικίας τότε 24 ετών και τον ανάγκασαν να τους οδηγήσει στο σπίτι του Βούλγαρου προέδρου του χωριού τον οποίο αμέσως μετά εκτέλεσαν.
Ο Φεδίνογλου φοβούμενος αντίποινα έφυγε στο βουνό με τον Χαρ. Καμπούρογλου, όταν δε μετά από πέντε ημέρες κατέβηκε νύχτα για ανεύρεση τροφής, προδόθηκε από συγχωριανό μας στους Βουλγάρους οι οποίοι τον συνέλαβαν στον κρυψώνα του μέσα σε αχυρώνα, τον οδήγησαν σε φυλακή στην Δράμα, όπου τον βασάνιζαν επί 96 ημέρες για να ομολογήσει με ποιους ήταν στο βουνό, δίχως όμως να το κατορθώσουν.
Διέφυγε κυνηγημένος μέσα από τα βουνά, στην Καβάλα και από εκεί στην Ολυμπιάδα και στην Σκύδρα απ' όπου επέστρεψε στο χωριό μας μετά την απελευθέρωση.

Θωμάς Κατσαντώνης, Αλεξ. Καμπάνταης

Μετά την ματαίωση των αντιποίνων στο χωριό μας, την επόμενη της εξέγερσης, οι συγχωριανοί μας άρχισαν να επιστρέφουν δειλά - δειλά από την «Βάλτα».
Κατά την επιστροφή αυτή οι Βούλγαροι συνέλαβαν μετά από κυνηγητό τον Θωμά Κατσαντώνη και τον Αλεξ. Καμπάνταη, τους εκτέλεσαν και τους έριξαν σ' ένα πηγάδι δίπλα στο σχολικό κήπο.

Γ. Σακκόπουλος Στ. Ραπάκης Σωτήρης Κατσαντώνης

Αμέσως μετά την επίθεση των ανταρτών στο κοινοτικό κατάστημα και την δολοφονία του Βούλγαρου προέδρου, έφυγαν στο βουνό φοβούμενοι τα αντίποινα περί τα 80 παλληκάρια, αριστερών κυρίως φρονημάτων, ακολουθώντας τους στα υψώματα του Τσαλ-νταγ ή Τσίμπλας. Μεταξύ αυτών ήταν ο Παρ. Ισαακίδης, ο Κωνσταντίνος Ντόιτσος, ο Γιάννης Μυλωνάς, ο Σωτήρης Κατσαντώνης, ο Κωστής Αντωνιάδης και άλλοι.
Μετά από λίγες μέρες και μετά την ματαίωση των αντιποίνων από τους Βουλγάρους, άρχισαν οι περισσότεροι απ' αυτούς να επιστρέφουν κρυφά στο χωριό, άλλοι μόνιμα και άλλοι για ανεφοδιασμό τους για τρόφιμα.
Μεταξύ των τελευταίων ήταν και οι Σ. Κατσαντώνης, Στάντσος Ρεπάκης και Γεώργιος Σακκόπουλος τους οποίους όμως προφανώς μετά από κατάδοσή τους, τούς συνέλαβαν οι Βούλγαροι, την στιγμή που ήταν στα σπίτια τους και ανεφοδιάζονταν με τρόφιμα. Στο Σακκόπουλο απέδωσαν οι Βούλγαροι την κατηγορία ότι σκότωσε τον πρόεδρο κατά την νύχτα της εξέγερσης και τον βασάνισαν σκληρά μέχρι θανάτου. Λέγεται μάλιστα ότι τον έσπασαν τα κόκκαλα από το ξύλο. Τον Ρεπάκη και τον Κατσαντώνη τους δίκασαν με συνοπτικές διαδικασίες και τους εκτέλεσαν αμέσως μετά.

Όμηροι Βουλγαρίας - τα "Ντουρντουβάκια"

15.dourdouvakia 

Έτος 1943. Νέοι του χωριού, όμηροι στη Βουλγαρία

Η βουλγαρική κατοχή σκιάζει τα πάντα στο χωριό και στην περιοχή. Το σχέδιο εκβουλγαρισμού των Ελλήνων, με κάθε τρόπο, ενταγμένο στο παλαιό όνειρο των Βουλγάρων για την Βουλγαρία του Αιγαίου, βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη.
Τον Μάιο της χρονιάς αυτής οι βουλγαρικές αρχές έστειλαν κλήσεις σ' όλους τους νέους ηλικίας 21 ετών για κατάταξη στο βουλγαρικό στράτευμα. Την 15 Ιουνίου 12 νέοι του χωριού μας, άφησαν πίσω τους τα σπίτια τους, τους γονείς, συγγενείς και φίλους αρχίζοντας μια μαρτυρική πορεία προς το άγνωστο, με την αβεβαιότητα χαραγμένη στο πρόσωπό τους, αν κάποτε θα γυρίσουν πίσω στην πατρίδα τους.
Καταφέραμε να μάθουμε τα ονόματα των οκτώ απ' αυτούς που έμειναν γνωστοί ως «Ντουρντουβάκια».
Είναι οι ακόλουθοι:

  • Βαγκάκης Γεώργιος,
  • Δηλγεράκης Αθανάσιος,
  • Ελμαζίδης Παναγιώτης,
  • Ζιώρας αγνώστου ονόματος,
  • Κηπουρός Κυριαζής,
  • Παρασχάκης Γιάννης και
  • Χοκτούρης Γεώργιος.

Με κάρα λοιπόν ξεκίνησαν τα 12 αυτά παλικάρια για το δρόμο της ομηρίας τους και μετά από πολλές κακουχίες οδηγήθηκαν στην περιοχή Μπορίσογκραντ της Βόρειας Βουλγαρίας (στα σύνορα με την Τουρκία) και κατέληξαν στο χωριό Βορμπίτσα, το σημερινό Φύλλοβο.
Εκεί εντάχθηκαν σε τάγματα εργασίας που είχαν σαν αποστολή την κατασκευή δημοσίων έργων και κυρίως δρόμων.
Παρά τις ατέλειωτες στερήσεις και τις κακουχίες που υπέστησαν τα 12 παλικάρια και παρά την έντονη προσπάθεια εκβουλγαρισμού τους, αντιστάθηκαν με σθένος και άντεξαν μέχρι τέλους το μαρτύριο της ομηρίας τους, μένοντας Έλληνες.
Επέστρεψαν μετά από επτά μήνες, που ήταν όμως αρκετοί για να λυγίσουν τις καρδιές μερικών από τους γονείς τους, που δεν άντεξαν την ομηρία του παιδιού τους. Παραθέτουμε στο σημείο αυτό ένα μέρος από το άρθρο 3 του καταστατικού των ομήρων Βουλγαρίας που απεικονίζει παραστατικά το μέγεθος της μαρτυρίας τους,
«...υποχρεώθησαν να εργάζονται από ανατολή, μέχρι δύσεως του ηλίου εις αναγκαστικά έργα, γυμνοί, ανυπόδυτοι, νήστεις και υπό συνθήκας άκρως τραγικάς».
Σ' αυτούς τους συγχωριανούς μας που πρόσφεραν ένα κομμάτι απ' την όμορφη ηλικία τους για την πατρίδα, οφείλεται σήμερα, έστω και καθυστερημένα ο ανάλογος φόρος τιμής και αναγνώρισης, που δυστυχώς για τους νεοέλληνες αποτελεί γράμμα κενό περιεχομένου.

Κωνσταντίνος και Ελευθέριος Αρζουμανίδης

Δύο μήνες πριν από την απελευθέρωση, τον Ιούνιο του 1994, οι Βούλγαροι συνέλαβαν τον Αντώνιο Αρζουμανίδη, γιατί τραγουδούσε φανερά Ελληνικά τραγούδια.

Τον φυλάκισαν στο υπόγειο του Δημοτικού Σχολείου. Όμως αυτός κατάφερε και δραπέτευσε στο βουνό, όπου εντάχθηκε στο αντάρτικο του Αντών-Τσαούς.

Εξαγριωμένοι οι Βούλγαροι, βλέποντας και το τέλος της παρουσίας τους στην περιοχή μας, συνέλαβαν τον πατέρα του Κωνσταντίνου και τον άλλο γιό του Ελευθέριο τους οποίους εκτέλεσαν στο Τσάι των Κυργίων.

Στην συνέχεια λεηλάτησαν το σπίτι τους και το πυρπόλησαν. Ήταν ένα από τα τελευταία δείγματα αγριότητας των Βουλγάρων και ίσως και το τελευταίο αθώο ελληνικό αίμα συγχωριανού μας πριν την απελευθέρωση, που ήδη είχε αρχίσει να διαφαίνεται στον ορίζοντα.

Παντελής Ιωσηφίδης

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον Γολγοθά του Παντελή Ιωσηφίδη, ο οποίος όπως είδαμε κατά την νύχτα της εξέγερσης έφυγε από το χωριό και κρυβόταν στο βουνό.

Το 1942, όταν ηρέμησαν τα πράματα, επέστρεψε στο χωριό προκειμένου να οργανώσει ομάδες αντίστασης στις φορτικές πιέσεις των Βουλγάρων να βουλγαρογραφηθούν οι κάτοικοι της περιοχής.

Στο χωριό μας η προσπάθεια αυτή των Βουλγάρων είχε αποτελέσματα μόνο σε 13 οικογένειες, σύμφωνα με την αφήγηση του κυρ-Παντελή.

Τον Φεβρουάριο του 1943 μετά πάλι από προδοσία εντοπίσθηκε η ομάδα που είχε οργανώσει ο κυρ-Παντελής και συνελήφθησαν από τους Βουλγάρους ο ίδιος μαζί με τη γυναίκα του Σταματία, που ήταν κατά πως λέγαν η ψυχή της οργάνωσης καθώς επίσης και οι Γιάννης Γιαννουλάκης, Χαρ. Παπαδόπουλος, Χρ. Παπατζάλλας, Λαζ. Μακρίδης, Κώστας Μυστρίδης, Ιωάννης Σίσκος και Ιωάννης Φυτόπουλος (είναι ήδη όλοι πεθαμένοι πλην του Ιωσηφίδη).

Μετά από μπλόκο λοιπόν οι Βούλγαροι τους συνέλαβαν στα σπίτια τους και αφού τους έδεσαν πισθάγκωνα με σύρματα, τους έκλεισαν όλους αρχικά στην κοινότητα, πλην της Σταματίας, την οποία άφησαν ελεύθερη.

Στην κοινότητα αφού τους βασάνισαν άγρια επί 17 ημέρες προκειμένου να μαρτυρήσουν και άλλα μέλη της οργάνωσης, πράγμα όμως που δεν πέτυχαν, τους οδήγησαν στην φυλακή της Δράμας, όπου βασανίστηκαν άλλους 4 μήνες.

Τα βασανιστήρια αυτά ήταν η αιτία που ο κυρ-Παντελής υπέστη μεγάλη βλάβη στα μάτια του, με αποτέλεσμα να χάσει για πάντα το φως του.

Η δίκη των μελών της οργάνωσης έγινε στην Δράμα και κράτησε τρεις ημέρες. Η απόφαση: Θάνατος δι' απαγχονισμού στον Παντελή Ιωσηφίδη, Γιαννη Γιαννουλάκη, Λαζ. Μακρίδη, Χαρ, Παπαδόπουλο και Ιωάννη Σίσκο. Οι άλλοι καταδικάστηκαν σε 15 χρόνια φυλάκιση.

Μετά την καταδίκη του ο κυρ-Παντελής οδηγήθηκε μαζί με τον Λαζ. Μακρίδη σε φυλακές της Βουλγαρίας, απ' όπου ελευθερώθηκαν τον Οκτώβριο του 1943 μετά δηλαδή την ήττα των δυνάμεων του άξονα και την αποχώρηση των Βουλγάρων από την περιοχή μας.

Με την επιστροφή του στο χωρίο οργανώνεται αμέσως μαζί με τον Λάζαρο Μακρίδη και όλους τους άλλους που προαναφέρθηκαν στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ, οι οποίες ήλεγχαν το χωριό και την περιοχή, έχοντας εγκαταστήσει πολιτοφυλακές σε κάθε χωριό.

Πρώτος πρόεδρος του χωριού εκλέχθηκε Ο Γιάννης Γιαννουλάκης, και αντιπρόεδρος ο Χαρ. Ιωσηφίδης.

Υπεύθυνος της πολιτοφυλακής του ΕΛΑΣ ήταν ο Χαρ. Καμπούρογλου και υπεύθυνος της πολίτικης διοίκησης του ΕΛΑΣ στην περιοχή ήταν ο Παντελής Ιωσηφίδης.

Αξίζει να σημειωθεί τι τον Νοέμβριο του 1944 (λίγο πριν τα Δεκεμβριανά) και ενώ το πολιτικό κλίμα ήταν ιδιαίτερα ταραγμένο σ' όλη την Ελλάδα, ο Παντελής Ιωσηφίδης έγινε αιτία να σωθούν 50 συγχωριανοί μας.

Συγκεκριμένα με διαταγή του ταγματάρχη του ΕΛΑΣ Κόζακα, συνελήφθησαν περί τους 50 συγχωριανούς μας, ως «δοσίλογοι» και «αντιδραστικοί» οι οποίοι κλείστηκαν στην κοινότητα με σκοπό να εκτελεσθούν.

Με αποφασιστική παρέμβαση του κυρ-Παντελή όλοι οι παραπάνω ελευθερώθηκαν ο ίδιος δε πήρε πάνω του όλη την ευθύνη για την απόφαση αυτή ερχόμενος σε σύγκρουση με τον ταγματάρχη Κόζακα και τους παρτιζάνους του.

Σήμερα σε βαθειά γεράματα ο κυρ-Παντελής, θυμάται πεντακάθαρα τα φοβερά γεγονότα εκείνης της περιόδου και εύλογά την ώρα που πήρε την ευθύνη και γλύτωσε το χωρίο μας από το αιματοκύλισμα.

«Δεν θα ήταν μόνο οι 50 που θα σκοτωνόταν» μας λέει. «αλλά είναι βέβαιο ότι θα ακολουθούσαν αντίποινα από τα αντάρτικα του Αντών-Τσαους, που βρισκόταν στα διπλανά βουνά».

Μετά την παράδοση του οπλισμού των ελασιτών στην εθνοφυλακή, που εκπροσωπούσε την κυβέρνηση εθνικής ενότητας, ο κυρ-Παντελής συνελήφθη πάλι, αυτή όμως τη φορά από Έλληνες μετά από κατάδοσή του.

Δραπέτευσε με περιπετειώδη τρόπο από τα κρατητήρια της ασφάλειας Καβάλας και κατέληξε στη Θεσσαλονίκη, απ' όπου επέστρεψε στο χωριό, τον Απρίλιο του 1943.

Το 1946 συνελήφθη και πάλι, με την γνωστή κατηγορία της «στρατολόγησης» και αφού κρατήθηκε στη φυλακή για 4 μήνες αθωώθηκε με δικαστική απόφαση.

Το 1946 ξέσπασε ο αδελφοκτόνος εμφύλιος που τόσο αίμα και βάσανα στοίχισε σ' όλους τους Έλληνες. Ο κυρ-Παντελής όπως και τόσοι άλλοι, που είχαν την ατυχία να είναι με τους «ηττημένους» πορεύθηκε στωικά τον νέο Γολγοθά των διώξεων και των εκτοπίσεων, που αποτελεί το μελανότερο στίγμα της νεώτερης ιστορίας μας.
Σήμερα που η πολιτική επιλογή και έκφραση αποτελεί κατακτημένο και αναφαίρετο δικαίωμα για τον κάθε Έλληνα, μετά μισό αιώνα περίπου, ο κυρ-Παντελής, καθισμένος στην πολυθρόνα του, παρέα με την σύντροφο της ζωής του Σταματία, αναλογίζεται θυμόσοφα την πολυτάραχη ζωή του, που αντανακλά με καθαρότητα και την σύγχρονη ιστορία του τόπου μας.

«Κι αν ξανάρχιζα πάλι τη ζωή μου» μας λέει. «πάλι για τις ίδιες αξίες θα αγωνιζόμουν».

Κάπως έτσι με τέτοιες γενναίες ψυχές που είναι κοντά μας, γύρω μας, γράφτηκαν οι πιο ένδοξες και ηρωικές σελίδες της σύγχρονης ιστορίας μας. Το τίμημα βέβαια μεγάλο. Και για τον Παντελή Ιωσηφίδη ήταν τραγικό.
Ο αγώνας του για τα ιδανικά του, τού στοίχισε ότι πολυτιμότερο έχει ο άνθρωπος, το φως των ματιών του. Είναι όμως πάντα χαμογελαστός και αισιόδοξος γιατί το φως της ψυχής του καθρεφτίζεται στα ακίνητα μάτια του.

Επίλογος

Το ελληνικό χώμα είναι ποτισμένο με ποταμούς αίματος αγωνιστών για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια. Το χωριό μας έχει και αυτό το μερίδιό του στις εκατόμβες των θυμάτων.

Ίσως στην σύντομη αυτή ιστορική αναφορά οε μια πολυτάραχη και αμφισβητούμενη περίοδο, να έχουν παραληφθεί πολλά και σπουδαία γεγονότα, καθώς και ονόματα αγωνιστών που κατάγονται από το χωριό μας.

Τα όσα γραφτήκαν στηρίζονται σε ζωντανές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα και τα είδαν από τη δική τους σκοπιά. Εξ άλλου η προσπάθεια αυτή για την καταγραφή της ιστορίας του χωριού μας, δεν διεκδικεί το αλάθητο της ιστορικής αλήθειας, αφού είναι γνωστό ότι αυτή γράφεται πολύ αργότερα.

Ίσως όμως η διάσωση τόσων μαρτυριών ανθρώπων που σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχουν μεταξύ μας, να αποτελέσει πηγή γνώσης για τους νεώτερους και σημείο αναφοράς στον ιστορικά του μέλλοντος.

Στην γραφίδα αυτού του ιστορικού είναι βέβαιο ότι και το χωριό μας θα καταλάβει κάποτε μαζί με τους αγωνιστές του, την θέση που του αρμόζει στην καταγραφή της σύγχρονης ιστορίας του τόπου μας.


Σχετικές μελέτες


Comment (1) Hits: 2167

Συνέντευξη με έναν από τους επιζήσαντες πολεμιστές του Αλβανικού Έπους, τον Λάζαρο Ανδρεάκη, που θυμάται και αφηγείται γεγονότα από τις επιχειρήσεις στο μέτωπο.

Η συνέντευξη έγινε από την Ιωάννα Ελευθερίου και την Ανθή Παρασχάκη.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Βοϊράνη», στο τεύχος 30, έτος 1996

Ο κ. Λάζαρος Ανδρεάκης γεννήθηκε το 1911 στην Ανατολική Ρωμυλία, που ανήκει σήμερα στη Βουλγαρία.
Στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου (1940 -1941), έζησε από κοντά τη φρίκη των σκληρών μαχών με τις δυνάμεις του Μουσολίνι αλλά και τις περίλαμπρες νίκες του στρατού μας.
Η μαρτυρία του αναδεικνύει το σπουδαίο ρόλο του απλού Έλληνα στρατιώτη, που έμεινε πιστός στο καθήκον, κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, και πολέμησε για την ελευθερία της πατρίδας μας.


Υπηρέτησα τη θητεία μου στο 26ο Σύνταγμα, στη Δράμα, το 1932. Πριν από τον πόλεμο του 1940, όμως, επειδή ήμουν πυροβολητής στο στρατό, δοκιμάζαμε κάποια νέα όπλα στην Αδριανή και μετά πήγαμε στο Βώλακα για την κατασκευή φραγμάτων.
Ο πόλεμος μας βρήκε εκεί, δύο μέρες πριν από την επιστροφή στο σπίτι...

Αμέσως μεταφερθήκαμε με τρένο από τη Δράμα στο Αμύνταιο και στη συνέχεια πήγαμε πεζοί από την Κοζάνη στα σύνορα με την Αλβανία.
Το ίδιο βράδυ είχαμε την πρώτη μας εμπειρία από τον πόλεμο. Αεροπλάνα του εχθρού βομβάρδισαν το χωριό Χιονάδες, όπου στήσαμε πρόχειρο καταυλισμό.
Μετά δέκα μέρες κάναμε την πρώτη μας επίθεση σε αλβανικό έδαφος. Βάλαμε με πυροβόλα ενάντια στην κωμόπολη Ερσέκα (σ.σ.. αλβ. Erseka με 80 Έλληνες κατοίκους τότε και 500 Αλβανούς). Όταν την καταλάβαμε χωρίς αντίσταση, συνεχίσαμε πεζοπορώντας προς την Κρέσοβα βορειότερα (σ.σ. αλβ. Kressova με τα 2/3 των κατοίκων ελληνικής καταγωγής).

Ανήκα στο Ορειβατικό Σώμα. Δεν μπαίναμε ποτέ σε πόλεις, αλλά ακολουθούσαμε πορείες μέσα από τα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας. Μαζί μου υπηρετούσαν οι συγχωριανοί Τανανάκης Αντώνης, που είχε τη θέση ιπποκόμου (φροντιστή) ενός αξιωματικού, και Γιώργος Ζορπίδης.

Κάναμε όλοι το καθήκον μας προς την πατρίδα στο ακέραιο

Στον καταυλισμό της Κρέσοβα μας βρήκαν τα πρώτα κρύα. Οπισθοχωρήσαμε, αλλά τα ζώα άρχισαν να ψοφούν από το κρύο και δεν μπορούσαμε να μεταφέρουμε τα πυρομαχικά.
Τα τρόφιμα άρχισαν να τελειώνουν. Για μέρες κάθε στρατιώτης έτρωγε μία μόνο γαλέτα. Φάγαμε ακόμη και ψόφια ζώα...

Στην κορυφογραμμή μπροστά μας, οι πυροβολαρχίες συνάντησαν σοβαρή ιταλική αντίσταση. Κάθε βράδυ και οι δύο πλευρές αλλάζαμε συνεχώς θέσεις, ενώ οι φλόγες από τα πυροβόλα φώτιζαν τη νύχτα. Και αυτή η επίθεση πέτυχε.

Ένα μήνα περάσαμε εκεί με τις παραπάνω επιχειρήσεις. Η πυροβολαρχία μεταφέρθηκε δυτικά στην Κλεισούρα που ήταν κέντρο του πυροβολικού (σ.σ.. οι μισοί σχεδόν κάτοικοι ήταν Έλληνες τότε 1300 ψυχές}.
Στην καρδιά του χειμώνα, μέσα στις λάσπες και στα χιόνια, σε δύσβατα μονοπάτια και στο τσουχτερό κρύο, δεχόμασταν συνεχείς επιθέσεις από το αντίπαλο πυροβολικό. Κατόπιν διαταγής, περάσαμε τον ποταμό Αώο, που μας χώριζε από τους αντιπάλους, και «κάψαμε» το εχθρικό πυροβολικό στην κορυφή του βουνού. Μείναμε ένα μήνα στη θέση αυτή και βρήκαμε εκεί του Θεού τα καλά, κρέας, κονσέρβες, σύκα, σταφύλια...

Η άνοιξη πλησίαζε. Ξαφνικά ο λοχαγός είπε ότι πρέπει να υποχωρήσουμε. Ξεκινήσαμε με τα πόδια βιαστικά, χωρίς κανένα ανεφοδιασμό στο δρόμο. Έξω από τα Γιάννενα μας πρόλαβε γερμανική φάλαγγα. Πέρασε από μπροστά μας. Παραδώσαμε τον οπλισμό, ενώ οι αξιωματικοί έδιναν κουράγιο στους στρατιώτες: «Κάναμε όλοι το καθήκον μας προς την πατρίδα στο ακέραιο».

Ο λοχαγός μας Βασίλειος Μακεδών διέταξε να διαλυθούμε. Όσοι κατάγονταν από τις γύρω περιοχές μπορούσαν να φύγουν αμέσως. Οι υπόλοιποι θα έπρεπε να ακολουθήσουμε τα μονοπάτια. Ο δρόμος της επιστροφής στο χωριό μας ήταν μακρύς. Συμπλήρωσα ένα μήνα πεζοπορίας και το Μάιο έφτανα εξαντλημένος στο σπίτι μου.
Έτσι πέρασαν έξι μήνες στο μέτωπο... Τελευταία φορά που είχε νέα η γυναίκα μου ήταν από κάποιες αράδες που της μετέφερε σ' ένα κομμάτι χαρτί ο Γιώργος Ζορπίδης, νωρίτερα από το Αλβανικό Μέτωπο.

Comment (0) Hits: 1540

Αλβανικό Έπος– Το ημερολόγιο του στρατιώτη Γεώργιου Βεράνη

του Δημήτρη Πασχαλίδη

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Βοϊράνη, τεύχος 30, έτος 1996

Αποσπάσματα από το ημερολόγιο του στρατιώτη Γιώργου Βεράνη του Αθανασίου από το Δοξάτο Δράμας, γραμμένο στο αλβανικό μέτωπο κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940.

Η παρουσίαση της ιστορίας, κατά τον γερμανό συγγραφέα Γκύντερ Γκρας, «δεν επιτρέπεται να αφήνεται στα χέρια των ιστορικών και μόνο. Ο ιστορικός στηρίζεται στα πολιτικά δεδομένα, πολέμους, συμβάσεις ειρήνης, δυναστείας ενώ ο συγγραφέας αν ασχολείται και με την ιστορία, διηγείται και από την πλευρά των πληγέντων, των ανθρώπων με τους οποίους η ιστορία είναι εχθρική, που δεν κινούνται οι ίδιοι, αλλά κάποιοι άλλοι τους κινούν, τους μετακινούν, τους διώχνουν, που βρίσκονται ξαφνικά σε άλλες θέσεις, που φέρνουν τον ένα ενάντια στο άλλον».
(Βλέπε εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», Κυριακή 13.10.1996, Συνέντευξη με τον Θ. Λάλα).

30.a

Ο Γεώργιος Βεράνης γεννημένος το 1912 στο Δοξάτο Δράμας, απόφοιτος δημοτικού, καπνοπαραγωγός και κουρέας στο επάγγελμα, παντρεμένος από τις αρχές του 1938 με την Βασιλική (Κούλα) κόρη του Αθανασίου Στεφάνου από τη Χωριστή και πατέρας ενός αγοριού (Σάκης) που γεννήθηκε το Δεκέμβρη του 1938, βρέθηκε ξαφνικά στο μέτωπο της Αλβανίας να πολεμά τους Ιταλούς που επιβουλεύτηκαν την ακεραιότητα της πατρίδας του.

Μέσα στους πάγους και στα χιόνια, στην πείνα, στη στέρηση, στον φόβο και στις βόμβες από τα ιταλικά αεροπλάνα είχε την πρόνοια, χωρίς να είναι ούτε ιστορικός αλλά ούτε και συγγραφέας, να καταγράφει καθημερινά με μολύβι πάνω σε κάτι στρατιωτικά φυλλάδια ό, τι ζούσε και ό, τι ένοιωθε. Έτσι μας παρέδωσε μια ιστορία γραμμένη «από πρώτο χέρι» με μια προοπτική από κάτω προς τα πάνω.

Το ημερολόγιό του που από την πολυκαιρία έγινε αρκετά δυσανάγνωστο αποτελείται από 112 πυκνογραμμένες σελίδες που καλύπτουν κυρίως τη ζωή του στο μέτωπο της Αλβανίας από τις αρχές Νοεμβρίου 1940 μέχρι το Φεβρουάριο του 1941. (Υπηρέτησε σε ουλαμό ιππικού ως τηλεφωνητής).

Η σύζυγός του που ζει σήμερα στη Θεσσαλονίκηκη (ο ίδιος πέθανε το 1982) μου εμπιστεύτηκε το πολύτιμο αυτό οικογενειακό κειμήλιο από το οποίο, με την ευκαιρία της ιστορικής επετείου και στη μνήμη όσων βίωσαν τη φρίκη του πολέμου εκείνου, παραθέτω ελάχιστα αποσπάσματά του.

Η επέμβασή μου στα κείμενα κατά τη μεταγραφή έγινε μόνον ως προς την ορθογραφία και τα σημεία στίξης.

Προς το μέτωπο

... Το πρωί ξεκινήσαμε νύχτα. Φθάσαμε σ' ένα χωριό εγκαταλελειμμένο όπου διέμενε η 11η Μεραρχία. Πιάσαμε έναν απότομο λόφο. Στα μισό του λόφου μας άρχισε ένα χιονόνερο που σε λίγο άρχισε πυκνό χιόνι. Σε μια ώρα δεν έβλεπες ούτε δρόμο, ούτε τίποτα. Αποτέλεσμα ήταν να χάσουμε το δρόμο και να περιπλανηθούμε στα βουνά. Μπροστά μας απλώνεται γκρεμός, δίπλα μας πανύψηλα βουνά. Δεν είμαστε ούτε για πίσω, ούτε για μπροστά. Οι αξιωματικοί δεν ήξεραν τι να κάνουν. Εν τω μεταξύ πλησιάζει και η νύχτα. Ευτυχώς που ο ανθυπίλαρχος Σκαλέος που προπορεύθηκε, βρήκε ένα μονοπάτι. Έπρεπε όμως να περάσουμε το γκρεμό που ήταν πολύ απότομος και στο βάθος περνούσε ένα ποτάμι. Το πήραμε απόφαση. Όσα άλογα κατορθώσουν να περάσουν, πέρασαν. Το δικό μου πέρασε σαν γίδα και δεν έπαθε τίποτα.

Πριν ακόμη νυχτώσει είδαμε μπροστά μας 13 χωριά τα οποία είναι κοντά-κοντά σαν τα Κύρια. Έχουν λίγο πεδιάδα που τα διασχίζει ένας ποταμός.

Περνά δε και ένας καλός δρόμος που ενώνει την Αλβανία με την Ελλάδα. Φθάσαμε σ' ένα χωριό που λέγεται Χρύσοβα. Μπαίνοντας βλέπεις πρώτα την εκκλησία τους και καταλαβαίνεις ότι κατοικείται από χριστιανούς Αλβανούς. Κάναμε μια μικρή στάση και ξεκινήσαμε να πάμε στο παρακάτω χωριό που λέγεται Σκαραβότ. Επειδή είχε πολύ στρατό προχωρήσαμε σε άλλο χωριό λεγόμενο Κύνα. Εκεί μας βρήκε η νύχτα.

Βρεγμένοι, πεινασμένοι, κουρασμένοι κάναμε αντίσκηνα και ανάψαμε φωτιές για να στεγνώσουμε. Όλη τη νύχτα στεγνώναμε τα ρούχα μας. Κοιμηθήκαμε κανά δυο ώρες. Το πρωί ξυπνήσαμε με την ελπίδα να έχει ρόφημα. Αλλά δεν είχε τίποτα. Κατά τας δέκα σελώσαμε και ξεκινήσαμε. Κατά μήκος του δρόμου όλοι λέγαμε ότι πάμε για την Κορυτσά, αλλά μόλις κάναμε λίγα χιλιόμετρα ένας αγγελιοφόρος έφερε μια διαταγή και αλλάξαμε κατεύθυνση. Πήγαμε στο χωριό Βόνιτσα. Το χωριό κατοικείται από Αλβανούς. Περπατούσαμε όλη την ημέρα. Το βράδυ φθάσαμε σε δασώδες μέρος. Βουνά με πανύψηλα δέντρα.

Στο μέτωπο 27.11.40

Εκεί βρήκαμε πυροβολικό, ιππικό της Θεσσαλονίκης (της Λαρίσης) και πεζικό. Μόλις σταθήκαμε αμέσως δόθηκε διαταγή να ετοιμαστούν οι άνδρες για πεζομαχία. Είχαμε φθάσει πλέον στο μέτωπο που υπήρχε εχθρός. Αμέσως έφυγε η 2α ίλη και πολλοί άνδρες της ομάδας διοικήσεως. Εμείς πήγαμε παρακάτω και περιμέναμε να επιστρέφουν. Αυτοί που πήγαν τρέξανε τόσο πρόθυμα που αν τους έβλεπε κανείς θα ενόμιζε ότι πιο κάτω δίνουν κουραμάνα!

Εγώ έμεινα ως ιπποφύλαξ. Βάλανε καζάνι για να βράσουν μακαρόνια, αλλά δεν υπάρχει ούτε βούτυρο, ούτε λάδι, ούτε άλας. Το βράδυ γύρισαν τα παιδιά από τη μάχη και ρίχτηκαν στα μακαρόνια. Εγώ τα έδωσα σε έναν του πεζικού και μου έδωσε δύο τσιγάρα.

Μέτωπον 28 Νοεμβρίου 1940

Το πρωί έφυγε και η πρώτη ύλη για τη μάχη. Η μάχη γίνεται στον Τρίλοφο λόφο. Ένα μέρος σαν να είναι τεχνητό οχυρό, τραυματίστηκαν δυο παιδιά και σκοτώθηκε ένας λοχίας. 30 μέτρα από μας έσκασε μια οβίδα ιταλική. Σε λίγο πιο κοντά μας ήρθε και άλλη και άλλη. Μας βρήκαν στόχο και μας έκαναν σμπαράλι. Πέσαμε σε μια πλαγιά. Οι οβίδες συνεχίστηκαν σχεδόν 15 λεπτά. Μετά στάθηκαν. Βγήκαμε σιγά-σιγά. Πήραμε τα άλογα τα οποία σκόρπισαν εδώ και εκεί και φύγαμε πιο πίσω, όπου έμεινε η ταξιαρχία. Ευτυχώς κανένας δεν έπαθε τίποτα. Μόνο ένας του πεζικού τραυματίστηκε στον κώλο σοβαρά.

... Μόλις καθίσαμε και πέρασαν κανά δυο ώρες θυμηθήκαμε την πείνα. Κάποιος φίλος είχε λίγο κριθάρι. Το καβουρδίσαμε και φάγαμε. Μια άλλη ίλη είχε κρέας βραστό. Χώθηκα και πήρα. Ή μάλλον με πήρε ένα παιδί από την Τσατάλτζα (Χωριστή) ονόματι Κιρίκης και φάγαμε λιγάκι.

Δε με έφθανε η δική μου πείνα είχα και τον Καρατζόγλου. Με στεναχωρούσε. Όταν έβρισκα μια βουκιά έπρεπε να δώσω και σε κείνον τη μισή. Κάποια στιγμή ήρθε κοντά μου και μου λέγει: «Θα τρελαθώ. Πεινώ πολύ. Έχω 100 δρχ. Τις δίνω για να μου δώσουν μια φέτα ψωμί».

Θύμωσα που δεν κοίταζε να βρει τίποτα να ξεγελάσει τον εαυτό του. Τον πήρα από το χέρι, βρήκα ποιός έχει ψωμί και ζήτησα ένα κομματάκι και του το έδωσα. Δηλαδή θέλω να πω ότι έχει και παιδιά στον πόλεμο. Το βράδυ πήγαμε σε έναν λόφο πίσω. Κάναμε αντίσκηνα και κοιμηθήκαμε σαν τους λαγούς.

Κακόζε Τρίτη 10.12.40

... Απόψε, όπως και κάθε βράδυ, έβγαλα τη φωτογραφία του γιού μου καθώς και ο επιλοχίας οπλοδιορθωτής Παπαδόπουλος Συμεών που έχει μια κόρη στην ίδια ηλικία με το Σάκη και συμπεθεριάσαμε...

Τετάρτη 11.12.40

... Σήμερα περάσαμε μια στενάχωρη ημέρα. Χίλια μέτρα πιο κάτω από εμάς γίνεται μεγάλη μάχη. Ένα ύψωμα το πήραμε και μας το πήραν 3 φορές. Κατά το βράδυ μας ήλθαν εδώ στο Κακόζε περί τους 30 τραυματίες. Γύρω το κανονίδι εξακολουθεί. Γίνεται μάχη. Η ώρα είναι 12 (νυχτερινή) και ακόμη μάχονται. Άρχισε πολλή βροχή. Βροντές και αστραπές.

Σάββατο 14.12.40

... Σήμερα κάναμε τηλεφωνική γραμμή με την Ταξιαρχία. Φαίνεται ότι θα μείνουμε πολλές μέρες εδώ στο Κακόζε. Αποφασίσαμε να αγοράσουμε ένα κατσίκι και να το κάνουμε σούβλα. Καταθέσαμε από 17 δρχ. και το πήραμε από τους Αλβανούς. Η παρέα μας αποτελείται από τον Δεκανέα, μόνιμο σαγματοποιόν κλάσεως του 17 Βαμβακάν Αθανάσιον, από τον επιλοχία οπλοδιορθωτήν Σίμον Παπαδόπουλον από την Πρέσπα, από τον Κώστα Δήμου από την Δράμα, από τον Νίκο Κυνατίδη τσαγγάρην από Θεσσαλονίκη, από τον Κώστα Κοτζιακάρην από την Πόρνα (Γάζωρον Σερρών) από τον Κουτούσην και Αλευράν Θεσσαλονίκην και από τον φίλον Χαράλαμπον Τέκον από την Κομοτηνή. Το κατσικάκι το ψήσαμε μέσα στην αχυρώνα αλλά βιασθήκαμε και σε μερικά μέρη ήταν άψητο. Τα συκώτια τα έκαμε κοκορέτσι. Ήταν μια από τις καλές νύχτες της Αλβανίας. Μας έπιασε μερικούς κόψιμο.

Κυριακή 15.12.40

Ξυπνήσαμε στις 7. Ριχθήκαμε στα καλαμπόκια. Φάγαμε καλαμπόκια και κρεμμύδια. Εψές ήλθαν τα άλογά μας έξω από την καλύβα και τρώγανε τη στέγη που είναι από σίκαλη. Ο επιλοχίας μας κοιμόταν στην άκρη και κόντεψε να του δαγκώσουν τα πόδια του. 8 μέρες κυλιόμαστε μέσα στα άχυρα χωρίς να κάνουμε τίποτα. Εμείς είμαστε εφεδρεία. Σήμερα όμως θα γίνει επίθεση. Αυτή την φορά το παράκαναν οι Ιταλοί. Πουθενά δεν αργήσαμε τόσο, όσο εδώ. Εψές ακούσαμε ότι γίνεται κίνημα στην Ιταλία εναντίον του Μουσολίνι, ότι στην Αίγυπτο οι Άγγλοι συνέλαβαν 5 στρατηγούς και δέκα χιλιάδες στρατό.

Τετάρτη 18.12.40

... Σήμερα έπλυνα τα χέρια μου και το πρόσωπο. Έχω δέκα μέρες να πλυθώ. Έχουμε ψείρα άφθονη. Περισσότερο ο επιλοχίας Παπαδόπουλος και ο Τέκος. Και να ήταν μόνο αυτό. Κρύο, πείνα, οβίδες, βόμβες, λέρα και ό,τι άλλο φανταστεί κανείς. Αλλά ο Θεός είναι μεγάλος. Έχουμε γίνει από σίδηρο και αντέχουμε...

Πέμπτη 19.12.40

... Σήμερα είναι μία ημέρα από τις σπάνιες του χειμώνα. Λιακάδα χρυσή. Το πρωί φοβηθήκαμε μην έλθουν αεροπλάνα, αλλά είναι η ώρα 2 και δεν πέρασε κανένα. Ούτε και στο μέτωπο δεν γίνεται τίποτα. Εάν φύγανε (οι Ιταλοί) από το μέτωπο αυτό είναι σπουδαίο πράγμα, διότι είναι το κυριότερο σημείο του κεντρικού μετώπου. Είναι το περιβόητο Τεπελέν και η Κλεισούρα. Μετά το συσσίτιο μας ειδοποίησαν ότι αύριον να είμεθα έτοιμοι. Στας 10 ακριβώς θα γίνει η εκκίνηση...

Παρασκευή 20.12.40

... Χαλάσαμε την άμοιρη καλύβα μας που τόσο μας εξυπηρέτησε. Τα παιδιά επειδή ξέρουν που γράφω το παρόν ημερολόγιο με παρακάλεσαν να μου δώσουν τη σύστασή τους και εάν γυρίσουμε στην πατρίδα μας με το καλό να τους στείλω από ένα αντίτυπο για ενθύμιον. Εγώ τους υποσχέθηκα όπου και να είναι θα τους βρω και θα τους στείλω. Ξεκινήσαμε από το Κακόζε στις 9:30 ακριβώς. Μάθαμε ότι επιστρέφουμε πίσω.

Στη συνέχεια περιγράφει όλες τις περιπέτειες που πέρασαν διασχίζοντας τα κακοτράχαλα βουνά της Αλβανίας μέχρι να φτάσουν στην περιοχή της Κορυτσάς. Μια περιγραφή γεμάτη ρεαλισμό ηρωισμό αλλά και λυρισμό, θα τελειώσω με την επίσκεψή του στην Κορυτσά.

Κυριακή 19 Ιανουάριου 1941

... Είδαμε όλη την κεντρική Κορυτσά. Μετά αποφασίσαμε να πάμε και στον συνοικισμό που βομβάρδισαν τα ιταλικά αεροπλάνα στις 6 Ιανουαρίου. Όταν φθάσαμε εκεί χωρίς να μας πούνε καταλάβαμε το τι έγινε. Σπίτια, μαγαζιά, δρόμοι, όλα γκρεμισμένα. Πιο μακριά αυτά που δεν πέσαν μέσα στα σπίτια δεν έμεινε τίποτα. Πιάτα, τζάμια, ντουλάπες, καθρέπτες, ταβάνια, όλα ρημάξανε. Μετά πήγαμε και στην Μητρόπολη. Είναι μία εκκλησία πελώρια γοτθικού ρυθμού με τρεις θόλους. Πήγαμε μέσα. Η εικόνα που παρουσίαζε ήταν λυπηρή. Η βόμβα έπεσε ακριβώς στον τρούλο. Πέσανε όλα. Εικόνες, πολυέλαιοι κλπ. Το άξιο του θαύματος είναι ότι στο μεσαίο θόλο ήταν η εικόνα του Παντοκράτορα η οποία έμεινε άθικτη. Ούτε η παραμικρή μπογιά έφυγε. Βγήκαμε μετά αφού ανάψαμε κερί και χαιρετήσαμε τη Μεγαλόχαρη παρακαλώντας να μας βοηθήσει στον τίμιο και ιερό αγώνα μας.

Γεώργιος Βεράνης

Comment (0) Hits: 1622

Μνήμες συγχωριανών μας από την εποχή του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940

του Βασίλη Χ. Ριτζαλέου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Βοϊράνη», τεύχος 30, έτος 1996

Η είδηση για την έναρξη του πολέμου με τους Ιταλούς έπεσε σαν βόμβα, στις 28 Οκτωβρίου 1940, στη μικρή κοινωνία του χωριού μας. «Η καμπάνα της παλιάς εκκλησίας χτυπούσε συνέχεια από το πρωί», θυμάται η γιαγιά Ελένη Τομπαΐδου. «Ο κόσμος έτρεχε πάνω-κάτω στη γειτονιά, για να μάθει περισσότερα νέα για την επίθεση και την επιστράτευση των νέων. Στην αρχή φοβηθήκαμε και ήμασταν κουμπωμένοι...».

Πολλοί έμαθαν τη δυσάρεστη είδηση του πολέμου στον κάμπο, όπου συνέχιζαν τις φθινοπωρινές εργασίες αμέριμνοι.

«Βρισκόμασταν από νωρίς στη Βάλτα, τη μέρα που ξέσπασε ο πόλεμος, για να κουβαλήσουμε το καλαμπόκι από το χωράφι. Ξαφνικά, παρέα παιδιών εμφανίστηκε με σάλπιγγα και 'φερε τη φοβερή είδηση στον κάμπο», θυμάται ο Χρυσόστομος Ριτζαλέος. «Από τον πανικό ή τον ενθουσιασμό τους, πολλοί εγκατέλειπαν το καλαμπόκι και τα κάρα τους στις γυναίκες και 'τρεχαν να μάθουν νέα και να καταταγούν στο στρατό. Για την κατάταξη οι νέοι πήγαιναν πρώτα στο γειτονικό χωριό της Αδριανής, είτε με τα πόδια από τα χωράφια είτε με κάποιο μέσο από το δρόμο Δράμας-Καβάλας. Όλα τα μεταφορικά μέσα ήταν δωρεάν για τις ανάγκες του στρατού και πολλά παιδιά έβρισκαν ευκαιρία μέσα στο πλήθος, για να κάνουν βόλτα μέχρι την Καβάλα ή ακόμη την Αλεξανδρούπολη, δίχως κάποιος να τους σταματήσει για εξηγήσεις!»

Οι κάτοικοι του χωριού, πρόσφυγες στο σύνολό τους από τις χαμένες πατρίδες της προηγούμενης εικοσαετίας, ένοιωσαν την ίδια αγωνία, όπως τότε με το μεγάλο διωγμό από τους τσέτες του Κεμάλ...

«Ποιοι είναι άραγε αυτοί οι νέοι εχθροί που θέλουν να καταπατήσουν τη γη μας;» αναρωτιόντουσαν παλιοί και νέοι στους καφενέδες.

«Το βράδυ της πρώτης μέρας του πολέμου», συνεχίζει ο Χρυσόστομος Ριτζαλέος, «μας απαγόρευσαν ν' ανάψουμε τις λάμπες στο σπίτι, καθώς δεν υπήρχε τότε ηλεκτρικό ρεύμα στο χωριό, για να μη γίνουμε αντιληπτοί από τα εχθρικά αεροπλάνα... Εξαιτίας του φόβου μας, φάγαμε το ίδιο βράδυ κάτω από τη σκάλα, στο εσωτερικό του σπιτιού μας. Σιγά-σιγά ο κόσμος ξεθάρρεψε και άφηνε το φως αναμμένο, βάζοντας κουβέρτες ή χοντρές κόλλες που είχαμε για τα καπνά μπροστά στα παράθυρα..»

Οι συγχωριανοί μας έδειξαν, στις δύσκολες ώρες του πολέμου, αισθήματα αλληλεγγύης και ψυχικής ενότητας ανάμεσα στα μέλη κάθε οικογένειας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της γιαγιάς Άννας Σοφιδιώτου: «Ο πόλεμος με βρήκε στη Δράμα να δουλεύω ως νοσοκόμα στην κλινική του γιατρού Κελέκη. Όταν έφτασε η είδηση, ο γιατρός άρχισε τις προετοιμασίες, για να φύγει στην Αθήνα με την οικογένειά του. Με προσκάλεσε να τους ακολουθήσω, πιστεύοντας ότι θα είμαι πιο ασφαλής στην πρωτεύουσα. Αρνήθηκα ευγενικά και προτίμησα να επιστρέψω στο χωριό μας, γιατί δεν θα μπορούσα ν' αφήσω πίσω την οικογένειά μας. Είχαμε άρρωστο με καλπάζουσα φυματίωση τον αδελφό μου Χαράλαμπο. Ο οργανισμός του ήταν φοβερά εξασθενημένος από τη δεκάμηνη φυλάκισή του στη Ρωσία, επειδή ήταν Έλληνας, και τα καθημερινά βασανιστήρια με κρύο νερό από τους δεσμοφύλακες. Είχε ανάγκη τη βοήθειά μου...»

Οι νίκες του στρατού σκόρπισαν, από το Νοέμβριο κιόλας, ρίγη συγκίνησης και 'φεραν κύμα ενθουσιασμού. Ο Χρυσόστομος Ριτζαλέος θυμάται: «Η κατάληψη της Κορυτσάς, το Νοέμβριο του 1940, στάθηκε αιτία μεγάλου ενθουσιασμού. Όταν έφτασε το σχετικό τηλεγράφημα στο χωριό μας, οι λαϊκοί οργανοπαίχτες με το ούτι, το λαούτο, το βιολί, τον κεμεντζέ έστησαν αυθόρμητο γλέντι στην αυλή του παλιού δημοτικού σχολείου. Ο κόσμος δεν έπινε απλά κρασί, αλλά μεθούσε για τη νίκη. Αργότερα θα χτυπά η καμπάνα της Εκκλησίας σε κάθε νίκη του στρατού μας».

Οι γυναίκες του χωριού συμμετέχουν με το δικό τους τρόπο στον αγώνα του Έθνους: «Οι γυναίκες στο χωριό έπλεκαν φανέλες, κάλτσες και άλλα είδη ρουχισμού για τους φαντάρους στο μέτωπο», θυμάται με συγκίνηση η γιαγιά Ελένη Τομπαΐδου: «Ο οργανισμός ‘Η φανέλα του Στρατού’ συγκέντρωνε τα ρούχα και τα προωθούσε στο στρατό μας. Μία ξαδέλφη μου, που ζούσε τότε στη Νέα Αμισό, άφησε σημείωμα με τα στοιχεία της σ' ένα ζευγάρι γάντια, που έπλεξε για το μέτωπο. Το δέμα έλαβε φωτογράφος από τις Σέρρες στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας. Μετά τον πόλεμο, ήρθε στη Δράμα, τη βρήκε και τη ζήτησε σε γάμο! Σήμερα ζουν ευτυχισμένοι στις Σέρρες. Υπήρξαν και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις τότε...»

Μία δυσάρεστη, όμως, έκπληξη περίμενε τους τελευταίους πρόσφυγες του χωριού, που ήρθαν από τη Σοβιετική Ένωση το 1939 διωγμένοι από το σταλινικό καθεστώς. Ο παππούς Παναγιώτης Ελμαζίδης θυμάται: «Το Ελληνικό κράτος θεωρούσε τους πρόσφυγες του '39 από τη Ρωσία, άτομα «ακαθορίστου υπηκοότητος». Δε μας επέτρεψαν να καταταγούμε στο στρατό, αν και ήμασταν γνήσιοι Έλληνες ποντιακής καταγωγής. Είναι πράγματι ειρωνεία, αν σκεφτούμε τις διώξεις των Ρώσων, επειδή ήμασταν Έλληνες...».

Η αδελφή του Ελένη Τομπαΐδου συμπληρώνει με παράπονο: «Στην περίοδο του πολέμου μάς απαγόρευσαν να μιλάμε ρωσικά στο χωριό όσοι ήρθαμε πρόσφυγες από τη νότια Ρωσία το '39. Είχαμε λίγους μήνες στην Ελλάδα και τα ρωσικά ήταν απαραίτητα για τη ζωή μας...».

Ο στρατός έκανε επίταξη των αλόγων στο χωριό για τις ανάγκες του ιππικού. Τα μαγαζιά δεν αντιμετώπισαν σοβαρό πρόβλημα με τρόφιμα, τουλάχιστο τους πρώτους μήνες, καθώς δεν υπήρχε «κουπόνι» στην αγορά για βασικά είδη διατροφής. Άλλωστε, ο πόλεμος με τους Ιταλούς ξέσπασε σε μια περίοδο που οι κάτοικοι του χωριού μας είχαν συγκεντρώσει σχεδόν το σύνολο της παραγωγής και δεν είχαν σοβαρές στερήσεις. Πάνω απ' όλα, όμως, λειτούργησε η αλληλεγγύη των κατοίκων στις δύσκολες στιγμές. Το παράδειγμά τους τότε πρέπει να βρει και σήμερα μιμητές, κάθε φορά που κάποια οικογένεια συγχωριανών χρειάζεται τη βοήθειά μας...

Ευχαριστώ θερμά όλους για την πολύτιμη μαρτυρία τους.

Η δράση του ορεινού πυροβολικού της Δράμας στο Αλβανικό Μέτωπο

Το ορεινό πυροβολικό της Δράμας, όπως αποκαλύπτεται από τις γραπτές πηγές, έδωσε σκληρό αγώνα στο Αλβανικό Μέτωπο. Στις πρώτες επιχειρήσεις, αρχές Νοεμβρίου 1940, η μονάδα του κ. Ανδρεάκη υποστήριξε μονάδα πεζικού κοντά στην κωμόπολη Ερσέκα, όπως και τμήματα του 52ου και 38ου Συντάγματος Πεζικού στη θέση 1200 ύψωμα, της περιοχής Τρέσοβας. Αμέσως μετά, κινήθηκε χωρίς μάχες προς το χωριό Τόλιαρη. Η παραμονή τους εκεί ήταν μαρτυρική, εξαιτίας του ψύχους και της έλλειψης τροφών. Τα πυροβόλα ήταν εγκατεστημένα μεταξύ των περιοχών «χάνι Μπαλαμπάν», μιας γέφυρας του Αώου ποταμού και της οροσειράς Νεμέρτσκα. Η μονάδα υποστήριζε το κεντρικό μέτωπο του πολέμου στην Κλεισούρα και στο όρος Τρεμπεσίνα. Με πυροβόλα των 5 και 10 ιντσών, με τη βοήθεια Μοίρας πυροβολικού της Ξάνθης και με το βαρύ πυροβολικό της Δράμας στάθηκαν πολύτιμοι βοηθοί των τμημάτων πεζικού του Κεντρικού Μετώπου.

Comment (0) Hits: 1701

Οι θηριωδίες των Βουλγαρικών Αρχών κατοχής (1941-1944) στο χωριό μας

του Βασίλη X. Ριτζαλέου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Βοϊράνη», τεύχος 24, έτος 1995

Άγιος Αθανάσιος 29 Σεπτεμβρίου 1941 ώρα 10:00 π.μ.

Ο θόρυβος της μηχανής του πολεμικού αεροπλάνου φέρνει όλους τους κατοίκους μπροστά στα παράθυρα των σπιτιών τους. Έντρομοι παρακολουθούν την αναγνωριστική πτήση του στην περιοχή και σε λίγο ακούν δύο απανωτές εκρήξεις. Στη γειτονική κοινότητα, το Δοξάτο, έχει αρχίσει η συγκέντρωση του πληθυσμού από τις βουλγαρικές αρχές κατοχής. Στη διάρκεια της προηγούμενης νύχτας, μικρές ομάδες ανταρτών χτύπησαν αστυνομικούς σταθμούς και κοινοτικά καταστήματα σε 16 δήμους και 10 κοινότητες (και στον Άγιο Αθανάσιο) στον κάμπο της Δράμας.

24a 

Έτος 1941. Λίγο πριν τον πόλεμο συγχωριανοί αμέριμνοι τα πίνουν παρέα με τους ήχους ενός φωνόγραφου

Η πρώτη επίθεση, περίπου τα μεσάνυχτα εκείνης της Κυριακής, σημειώθηκε στην Αστυνομία του Δοξάτου με 6 συνολικά θύματα.

Ο βομβαρδισμός της γειτονικής κοινότητας ήταν η πρώτη πράξη του δράματος. Από τις 7:30 το απόγευμα, οι κάτοικοι του χωριού μας ακούν τις ριπές των πολυβόλων στο Δοξάτο. Όσοι δεν έχουν κιόλας εγκαταλείψει την κοινότητα αποφασίζουν να βρουν καταφύγιο στο βουνό ανάμεσα στις κοινότητες Κυργίων - Κεφαλαρίου.

Τα ξημερώματα φθάνουν στο βουνό επιζώντες από τη σφαγή του Δοξάτου, ανάμεσά τους ο Ευάγγελος Κύρου, ο Κωνσταντίνος Τζίμας, ο Άγγελος Θασίτης (που μου τα διηγήθηκε μετά από 54 χρόνια). Την τελευταία στιγμή πείθουν αρκετές οικογένειες να παραμείνουν στο καταφύγιό τους, διότι η τύχη των γειτονικών κοινοτήτων θα μπορούσε να είναι κοινή. Ο κ. Θασίτης, μάλιστα, δείχνει τις πληγές του, στα χέρια και στο πρόσωπο, για να διαλύσει τις όποιες αμφιβολίες.

24a 

24/5/1943. Η Βουλγάρικη ηγεσία στην πλατεία του χωριού

Σήμερα, παρουσιάζουμε, για πρώτη φορά, τη μαρτυρία τριών συγχωριανών μας στις 24 Μαΐου 1945, στους πρώτους μήνες της απελευθέρωσης, για την εξέγερση της Δράμας και τις βουλγαρικές διώξεις εναντίον του ελληνικού στοιχείου ως το Σεπτέμβριο του 1944.

Ο Μενέλαος Ιωαννίδης ετών 46, γεωργός, ο Σάββας Συμεωνίδης ετών 47 γεωργός, και ο Ιωάννης Παπαδόπουλος ετών 42, γεωργός, καταθέτουν μπροστά στο κοινοτικό κατάστημα, στην Επιτροπή του ελληνικού κράτους για τα εγκλήματα πολέμου στη Δράμα από τις βουλγαρικές αρχές κατοχής:

Άγιος Αθανάσιος (700 οικογένειες), 24 Μαΐου 1945.

Κατά το κίνημα του Σεπτεμβρίου 1941 δολοφονήθηκαν στο χωριό από τους επαναστάτες ο Βούλγαρος πρόεδρος της κοινότητας και ο επίσης Βούλγαρος αγροφύλακας.

Οι κάτοικοι, τρομοκρατημένοι μετά τη σφαγή στο Δοξάτο, κατέφυγαν στα βουνά. Παρέμειναν στο χωριό 40 άνδρες και γυναίκες. Μετά την άφιξη του βουλγαρικού στρατού και μερικών σλαβόφωνων βουλγαρικής συνείδησης από άλλα χωριά, λεηλατήθηκαν όλα τα σπίτια του χωριού και δολοφονήθηκαν επί τόπου τέσσερεις άνδρες και μετά από λίγες μέρες τρεις ακόμα άνδρες στις φυλακές της Δράμας.

Εγκαταστάθηκαν στο χωριό 35 βουλγαρικές οικογένειες από τη Βουλγαρία. Δόθηκαν σ' αυτούς τα σπίτια και τα χωράφια Ελλήνων που εκπατρίστηκαν (σ.σ. προς τις γερμανο-κρατούμενες περιοχές) είτε με τη βία είτε με τη θέλησή τους.

Επίσης, κατασκευάστηκαν για τους Βούλγαρους εποίκους και μερικά σπίτια από την προσωπική εργασία των Ελλήνων κατοίκων. Οι εργάτες παρείχαν την εργασία τους δωρεάν δύο ημέρες τη βδομάδα, ενώ οι χτίστες πληρώθηκαν με ημερομίσθιο 120 λέβα.

Οι Βούλγαροι απέλασαν έξι ελληνικές οικογένειες, ενώ έφυγαν με τη θέλησή τους 40 οικογένειες. Εγκαταστάθηκαν στο χωριό δύο Βούλγαροι ιερείς και τρεις δάσκαλοι. Στην αρχή οι Έλληνες κάτοικοι υποχρεώθηκαν, με την απειλή προστίμου, να στείλουν τα παιδιά τους στο βουλγαρικό σχολείο. Αργότερα, όμως, οι βουλγαρικές αρχές δεν επέμεναν στην εκτέλεση της διαταγής τους. Το ηρώο του χωριού καταστράφηκε.

Η χρήση της Ελληνικής γλώσσας απαγορεύτηκε. Όσοι μιλούσαν ελληνικά κακοποιούνταν και υποχρεώνονταν στην καταβολή προστίμου. Στρατολόγησαν τους νέους της κλάσης 1940 και 1941, που κατατάγηκαν σε τάγματα εργασίας και χρησιμοποιήθηκαν σε αναγκαστική εργασία, για την κατασκευή ή επισκευή σιδηροδρομικών γραμμών.

Τα καπνά της ποικιλίας μπασμάδες, αγοράστηκαν κατά τον πρώτο χρόνο της κατοχής 35, το δεύτερο 50 και τον τρίτο 98 λέβα το κιλό. Για κάθε σπαρμένο στρέμμα οι βουλγαρικές αρχές έπαιρναν 25 κιλά σιτάρι και 30 καλαμπόκι, ενώ τα πλήρωναν 6-7 λέβα το κιλό. Αν υπήρχε υπόλοιπο, το άφηναν στον παραγωγό. Το γάλα και το μαλλί συγκεντρώνονταν στο σύνολό τους από τις βουλγαρικές αρχές, ενώ το γάλα πληρωνόταν 2-7 λέβα και το μαλλί 55 - 100 λέβα το κιλό.

Όσοι έκρυβαν μέρος της παραγωγής τους από τα είδη αυτά και γινόταν αντιληπτό από τους βούλγαρους κακοποιούνταν και τιμωρούνταν με πρόστιμο. Επίσης, το κριθάρι και ο σανός συγκεντρώνονταν στο σύνολό τους, καθένα πληρωνόταν 4 λέβα το κιλό. Στον παραγωγό έμενε μόνο ο σπόρος.

Στη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής, οι βούλγαροι επίταξαν - με σκοπό τη σφαγή τους - περίπου 300 μεγάλα ζώα και 1000 πρόβατα. Δεν τα ζύγιζαν και εκτιμούσαν την τιμή τους με το κεφάλι. Τα μεγάλα ζώα, όσα πληρώθηκαν, πληρώθηκαν προς 1000 έως 2000 λέβα το καθένα. Τα άλογα και τα κάρα επιτάσσονταν για τις ανάγκες του βουλγαρικού στρατού, συνήθως χωρίς καμία αποζημίωση.

Οι κάτοικοι πλήρωναν φόρο για τα σπίτια τους ανάλογα με την αξία τους, την οποία οι βουλγαρικές επιτροπές εκτιμούσαν πάντα μεγαλύτερη από την πραγματική. Ακόμη, υπήρχε στρεμματικός φόρος για τα χωράφια, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους, αν καλλιεργούνταν ή όχι εκείνη την εποχή. Εισέπρατταν φόρο για την παραγωγή καπνού, στα 1000 κιλά πλήρωναν 20.000 λέβα, ενώ πλήρωναν φόρο και για τα ζώα, μικρά και μεγάλα, χωρίς να εξαιρούνται τα σκυλιά. Ανάλογα με τη ράτσα εισέπρατταν το ποσό των 100 ως 500 λέβα.

Επίσης, έπαιρναν από κάθε οικογένεια το ποσό των 200 λέβα για την παροχή νερού, για να ποτίσουν τα χωράφια. Σε όλη τη διάρκεια της κατοχής, μία μόνο φορά και για 2 - 3 ώρες, δόθηκε νερό από την κοινοτική αρχή για το πότισμα των χωραφιών. Γενικά κάθε οικογένεια πλήρωνε ετήσιο φόρο 7-15 χιλιάδες λέβα. Πολλές φορές οι βουλγαρικές αρχές δεν έδιναν αποδείξεις για την είσπραξη των φόρων. Έδιναν μόνο λίγο ψωμί στους απόρους.


(Για την κατανόηση τον κειμένου έγινε πιστή μεταφορά από την καθαρεύουσα του επίσημου κειμένου της Επιτροπής στην απλή δημοτική). Το ιστορικό αυτό ντοκουμέντο δίνει ανάγλυφα την εικόνα της σκοτεινής περιόδου 1941 - 1944, τη συστηματική καταπίεση σε βάρος του ελληνικού στοιχείου αλλά και την ηρωική αντίσταση των κατοίκων).

Comment (0) Hits: 1719

Οι Γερμανοί στο χωριό μας το Πάσχα του '41

του Βασίλη Χ. Ριτζαλέου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Βοϊράνη, τεύχος 33, έτος 1997

Στις 6 Απριλίου 1941 άρχισε η γερμανική επίθεση εναντίον της Ελλάδας, από το έδαφος της Βουλγαρίας, με το όνομα ΜΑΡΙΤΑ. Τα ελληνικά στρατεύματα αντιστάθηκαν με γενναιότητα στη «γραμμή Μεταξά», στα οχυρά της Μακεδονίας και της Θράκης, που κατασκευάστηκαν για την αμυντική θωράκιση της χώρας από τους Βουλγάρους και δεν ανταποκρίνονταν στις ανάγκες ενός σύγχρονου πολέμου.


«Στη διάρκεια των μαχών στα οχυρά», θυμάται ο Χρυσόστομος Ριτζαλέος, «πληροφορηθήκαμε στο χωριό ότι έρχονται γερμανικά στρατεύματα από την Καβάλα με προορισμό την πόλη της Δράμας. Τρέξαμε αμέσως στο δημόσιο (την εθνική οδό), για να παρακολουθήσουμε το ασυνήθιστο θέαμα. Είδαμε τελικά μόνο Γερμανούς μοτοσικλετιστές να κινούνται με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

Στον Άγιο Αθανάσιο εγκαταστάθηκε μικρή δύναμη Γερμανών στρατιωτών, ίσως την Κυριακή των Βαΐων του ’41, στο εγκαταλειμμένο -εξαιτίας του πολέμου- δημοτικό σχολείο (στο σημερινό πρώτο δημοτικό). Υπολογίζω ότι παρέμειναν μία βδομάδα. Έφυγαν πιθανόν τη δεύτερη μέρα του Πάσχα.

Οι Γερμανοί ενδιαφέρονταν για την επίταξη των μεταφορικών μέσων και υποχρέωσαν τον Σεραφείμ Δανδίνη να γίνει διερμηνέας τους. Ο συγχωριανός μας μπορούσε να συνεννοηθεί στα γερμανικά, επειδή βρέθηκε αιχμάλωτος στη Γερμανία στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε, το Γ' Σώμα του Ελληνικού στρατού παραδόθηκε στους Γερμανούς και τους συμμάχους τους και οι άνδρες του μεταφέρθηκαν στη Γερμανία με τρένα.
Ανάμεσά τους ήταν αιχμάλωτος και ο Σεραφείμ Δανδίνης».

Τι προκάλεσε ζωηρή εντύπωση στους συγχωριανούς μας από τις συνήθειες και τη συμπεριφορά των Γερμανών; Ο Παναγιώτης Ελμαζίδης, 21 ετών εκείνη την εποχή, θυμάται:

«Οι Γερμανοί μετέφεραν μέρος του υλικού τους με κάρα τα οποία έσυραν ουγγαρέζικα άλογα. Ήταν πανύψηλα ζώα, με πολύ δυνατά πόδια, σχεδόν διπλάσια σε όγκο από τα δικά μας. Οι στρατιώτες αντιλαμβάνονταν ότι μας προκαλούσαν δέος και πολλές φορές πλησίαζαν με το άλογο ή τη μηχανή διερχόμενες κοπέλες για «κόρτε», χωρίς όμως να πειράξουν κανέναν. Επειδή ήταν Μεγάλη Βδομάδα, εκείνες τις ημέρες, οι Γερμανοί εντυπωσιάστηκαν από το βάψιμο των αυγών και φώναζαν «Eier -Eier» (αυγά - αυγά) στους δρόμους του χωριού».

Ωστόσο και οι Γερμανοί έδειξαν ενδιαφέρον για τις συνήθειες των συγχωριανών μας, που ήταν άγνωστες στην «αναπτυγμένη Ευρώπη». Η Άννα Σοφιδιώτου θυμάται: «όταν οι Γερμανοί έμειναν στο χωριό μας για λίγες μέρες το 1941, στρατιώτης περνώντας μπροστά από το σπίτι μας κοντοστάθηκε και μας παρακολουθούσε στην αυλή να ξεραίνουμε την κοπριά των ζώων στους τοίχους, για να ζεστάνουμε νερό και να μαγειρέψουμε. Ήταν πραγματικά δύσκολες εποχές...»

Οι Γερμανοί παραχώρησαν στη Βουλγαρία «προσωρινά» την Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη, εκτός από μία ζώνη στα σύνορα με την Τουρκία. Σημαντική φρουρά των Γερμανών υπήρχε μόνο στην Καβάλα. «Στη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής, πέρασε από το χωριό μας άλλη μια φορά μικρή στρατιωτική δύναμη Γερμανών», αφηγείται ο Χρυσόστομος Ριτζαλέος. «Ήταν ασυνήθιστη κίνηση. Προχώρησαν από τον κεντρικό δρόμο, την πλατεία, με πιθανή κατεύθυνση προς την εκκλησία. Θυμάμαι ότι δεν είχαν μηχανές και οχήματα αλλά κάρα στα οποία ήταν φορτωμένα όλα τα υλικά για τα μαγειρεία τους».

Μεμονωμένο περιστατικό παρουσίας Γερμανού αξιωματικού θυμάται και η γιαγιά Ελένη Τομπαΐδου:«Κάποιο πρωινό, και ενώ οι Βούλγαροι ήταν από καιρό εγκατεστημένοι στο χωριό, ένας Γερμανός στρατιωτικός με τη συνοδεία κοπέλας που μιλούσε βουλγαρικά χτύπησε την πόρτα του σπιτιού μας. Γνώριζα γερμανικά από το σχολείο στη Ρωσία και μου ζήτησε ευγενικά να του δείξω τον δρόμο προς την κοινότητα. Το αυτοκίνητό του είχε σταματήσει από μηχανική βλάβη στο δημόσιο και ο αξιωματικός θα ζητούσε βοήθεια με το κοινοτικό τηλέφωνο. Αν και φοβήθηκα, τους οδήγησα στο σπίτι ενός αγροφύλακα, για να τους εξυπηρετήσει. Φοβόμασταν άλλωστε να κυκλοφορούμε και δεν απομακρυνόμασταν τότε από το σπίτι...».

 33.b
 9/4/1941. Περιθώρι. Έλληνας αξιωματικός συννενοείται με Γερμανό σχετικά με τη συνθηκολόγηση

Ευχαριστώ όλους θερμά, για την παροχή των συγκεκριμένων πληροφοριών για εκείνα τα δύσκολα χρόνια.

Comment (0) Hits: 1396

Η ιστορία του χωριού από τον 6ο αιώνα έως την έλευση των προσφύγων

Η εφημερίδα «Βοϊράνη» ξεκίνησε μια συστηματική καταγραφή της ιστορίας του χωριού μας, από τότε που εμφανίζεται ζωή στην περιοχή μέχρι τις ημέρες μας. Ήταν μια προσπάθεια συλλογική που είχε την υποστήριξη της κοινότητας και του Συλλόγου.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Βοϊράνη», τεύχος 25, έτος 1995

Ελπίζουμε ότι μέσα σε μια υπεύθυνη έρευνα και ένα γόνιμο προβληματισμό, να συνθέσουμε, κομμάτι-κομμάτι την ταυτότητά μας, έτσι ώστε να αποτελέσει πηγή γνώσης για τους κατοίκους του και παρακαταθήκη στις επερχόμενες γενεές. Στόχος μας είναι να εκδοθεί στο τέλος ένας καλαίσθητος τόμος, εμπλουτισμένος με πλούσιο φωτογραφικό υλικό.

Φιλοδοξία μας είναι να ευαισθητοποιήσουμε όσο το δυνατό περισσότερους συγχωριανούς μας, τους οποίους καλούμε να συμβάλλουν σ' αυτή την προσπάθεια, καταθέτοντας εγγράφως ή προφορικά ό,τι χρήσιμο ιστορικό στοιχείο διαθέτουν.

Οι στήλες της «Βοϊράνης» είναι ανοιχτές και τους περιμένουν.

Τι σχεδιάζουμε - τι περιμένουμε

Σχεδιάζουμε να συλλέξουμε κάθε τι που διασώζεται σε διάφορες ιστορικές πηγές (αρχαίες επιγραφές, βιβλία κλπ.) που αφορά την ιστορικότητα της περιοχής απ' τα αρχαία χρόνια.

Ακόμη σχεδιάζουμε την διερεύνηση της προέλευσης των πρώτων κατοίκων του χωριού, την σύνθεση τους την οργάνωσή τους.

Τέλος σχεδιάζουμε την καταγραφή όλων των πτυχών της κοινωνικής ζωής του χωριού (κοινωνικές σχέσεις, διασκέδαση, οικονομία, εκκλησία, εκπαίδευση, αυτοδιοίκηση, αθλητισμός, πολιτισμός κλπ.).

Περιμένουμε από τους αναγνώστες της «Βοϊράνης» να μας γράψουν τις σκέψεις τους και τις προτάσεις τους για την καλύτερη υλοποίηση του πιο πάνω στόχου. Περιμένουμε ακόμη τα γράμματά τους, τις μελέτες τους, τα σχόλιά τους. Ο διάλογος ανοίχτηκε ο χρόνος θα δείξει το αποτέλεσμα.

Άγιος Αθανάσιος, παλιά Βοϊράνη, Μπόργιανη (μέρος Α)

του Κωνσταντίνου Κυριαζή-Κηπουρού

Αρχίζουμε την ιστορική διερεύνηση με μια εργασία του Κωνσταντίνου Κυριαζή - Κηπουρού, μέλος της συντακτικής ομάδας από την δημιουργία της «Βοϊράνης» που δημοσιεύτηκε στο πρώτο της φύλλο (Μάιος 1991) και αναφέρεται στην ιστορία της περιοχής από αρχαιότατων χρόνων μέχρι την έλευση των προσφύγων το 1922. Στηρίζεται σε ιστορικές πηγές (υπάρχουσα βιβλιογραφία) και σε αφηγήσεις ηλικιωμένων συγχωριανών μας και θα ολοκληρωθεί σε συνέχειες.

Πρώτο μέρος

Είναι ιστορικά διαπιστωμένο ότι σ' αυτήν την περιοχή (Αγίου Αθανασίου) που κατά τους ιστορικούς την χαρακτήριζε πάντα η «ασύγκριτη μεγαλοπρέπεια και το ασύνηθες φυσικό κάλλος», οφειλόμενο κυρίως στο πλήθος των πηγαίων νερών της και την πλούσια και πυκνή βλάστηση, εγκαταστάθηκαν κατά την προϊστορική περίοδο και συγκεκριμένα κατά την νεολιθική εποχή, δηλ. περί τα 5.000 π.Χ., Θρακικές και Πελασγικές φυλές.

Σύμφωνα με τον Δραμινό ιστορικό Β. Πασχαλίδη, «κατά τον ΣΤ' αιώνα, στην περιοχή μας εγκαταστάθηκε η Θρακική φυλή των Ηδωνών, αφού εκδίωξε τα Παιονικά και διάφορα άλλα Θρακικά στοιχεία που ζούσαν σ' αυτήν. Περί τον 4ο π. X. αιώνα στην περιοχή μας εγκαταστάθηκαν άποικοι Αθηναίοι και Θάσιοι».

Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως προϊστορικό οικισμό κείμενο προς τα ανατολικά σε απόσταση 1000 περίπου μέτρων από τη σημερινή τοποθεσία του χωριού και σε απόσταση 500 μέτρων από τις λεγόμενες πηγές Βοϊράνης.

Στο πιο πάνω «αρχαίο πόλισμα», που καλύπτει εκτεταμένη έκταση και όπου έχει ανασκαφεί και κτίριο βυζαντινών χρόνων, βρέθηκαν ανάμεσα στα ερείπια διάφορα πιθάρια καθώς και όστρακα μελανόμορφων και αβαφών αγγείων. Από εκεί προέρχονται διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη, κομμάτια σαρκοφάγων και επιγραφές (ελληνικές και λατινικές), που βρέθηκαν στον Άγιο Αθανάσιο και στο Κεφαλάρι. Από τις επιγραφές αυτές φαίνεται ότι το πόλισμα υπήρχε κατά την μακεδονική εποχή και στην θέση του ιδρύθηκε αργότερα ρωμαϊκό vicus (είδος αγροικίας).

Η ονομασία αυτή του αρχαίου πολίσματος (μικρό χωριό) σύμφωνα με τον ιατρό Δραμινό ιστορικό Στ. Μερτζίδη, φέρεται ότι ήταν η «Απολλωνία», το δε όνομα αυτό διατήρησε μέχρι την IB' εκατονταετηρίδα (1200 μ.Χ.), οπότε αντικαταστάθηκε υπό του σημερινού χωρίου «Μπόργιανη» που έλαβε και το όνομά του, το οποίον μετά την υπό των Τούρκων κατάκτηση των μερών αυτών παρηλαγμένως πως προφέρεται».

«Στη θέση της αρχαίας 'Απολλωνίας', η οποία μετετράπη σε αγρούς, ανακαλύπτονται ίχνη της αρχαιότητας μεταξύ δε αυτών ευρέθη πίθος χωρητικότητας 1300 οκάδων και πάχους 20 εκατοστομέτρων, εν των οποίω υπήρχον και περί τα 15 οκάδας κέχρου εν καλή καταστάσει διατηρηθέντος.

Κατά τον πιο πάνω συγγραφέα η αρχαία Απολλωνία βρισκόταν κάτωθεν του σημερινού χωρίου «Μπόπλανη», το οποίο εξομοιώνει με την παραλλαγμένη ονομασία «Μπόριανη».

Η Απολλωνία κατ' αυτόν είχε ιδρυθεί από τους Θράκες και υπήρχε ναός προς τιμή του Απόλλωνος. Αναφέρεται ακόμη ότι μέσω αυτής (Απολλωνίας) διήλθε ο Απόστολος Παύλος ερχόμενος εκ των Φιλίππων και της Αμφιπόλεως και μεταβαίνων εις Θεσσαλονίκην.

Ταύτην την Απολλωνία ως αναφέρει ο ιστορικός Στράβων, κατέσκαψεν ο Φίλιππος.

Είναι αξιοσημείωτο ότι πρόσφατα επισημάνθηκαν στο αγρόκτημα Αγίου Αθανασίου και συγκεκριμένα στο αγρό του Βασιλείου Μπάρου, λείψανα αρχαίου κτιρίου Ρωμαϊκής Εποχής. Στην ίδια περίπου περιοχή βρέθηκαν παλαιότερα επιτύμβια γλυπτά Ρωμαϊκών χρόνων, καθώς και όστρακα αγγείων και κλασσικών χρόνων, τα οποία ευρίσκονται στο Μουσείο των Φιλίππων. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι μετά την εκδίωξη των Θρακοπελασγικών φύλων, η περιοχή κατακτήθηκε από τους Μακεδόνες, μετά δε την κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Ρωμαίους (146 π.Χ.) η περιοχή μας έγινε Ρωμαϊκή Επαρχία.

Από το 395 μ.Χ. μέχρι το έτος 1383 μ. X. η περιοχή μας ήταν επαρχία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, μ' ένα μικρό διάλλειμα φράγκικης κατοχής (1206 - 1223). Σημαντική για την περιοχή είναι η αναφορά του Γάλλου χρονογράφου Γοδεφρίδου Βιλλαρδούνου, ο οποίος αναφέρει ότι στην πεδιάδα ανάμεσα στα δύο κάστρα της Δράμας και της Χρυσούπολης (σημ. Καβάλα) υπήρχαν μόνο Έλληνες.

Το έτος 1383 η περιοχή μας καταλήφθηκε οριστικά από τους Οθωμανούς Τούρκους (το 1371 έγινε η πρώτη κατάληψη) και εποικίστηκε από Κονιάρους, οι οποίοι ήταν βάρβαρη φυλή Τούρκων από την περιφέρεια Ικονίου της Μ. Ασίας. Από τότε και έως το 1912 η περιοχή βρισκόταν κάτω από την τούρκικη κυριαρχία από δε το 1912 έως το 1913 κάτω από βουλγαρική κατοχή.

Γι αυτή τη μαύρη περίοδο υπάρχουν δυστυχώς πενιχρές πληροφορίες για να γνωρίσουμε την εξέλιξή της. Το βέβαιο είναι ότι ο οικισμός που υπήρχε στη θέση του σημερινού χωριού μετετράπη σε μουσουλμανικό και άλλαξε την ονομασία του. Τις ελάχιστες πληροφορίες αντλούμε από την αφήγηση του Τούρκου Εβλιά Τσελεμπή, ο οποίος στο οδοιπορικό του στην περιοχή κατά τα μέσα του 17ου αιώνα, αναφέρει την ύπαρξη χωριού, το οποίο φέρει την ονομασία «Μποϊράζ» (Κάρει - Μποϊράζ, ήτοι χωρίον του Βορρά), κατ' άλλη δε γραφή «Ποϊράν».

Μέρος δεύτερο

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Βοϊράνη», τεύχος 26, έτος 1995

Κατά το έτος 1910 το χωριό αποκαλείται «Μπόργιανη» , είναι μουσουλμανικό και αριθμεί 705 άτομα, μεταξύ δε αυτών υπάρχουν και ολιγάριθμοι Έλληνες Ηπειρώτες, βλάχικης καταγωγής, αθίγγανοι και λίγοι Αλβανοί.

Την περίοδο αυτή το χωριό εξουσιάζεται από μικρό αριθμό Τούρκων αγάδων, οι οποίοι έχουν στην υπηρεσία τους πλήθος αθιγγάνων, ενώ η εμπορική δραστηριότητα περιέρχεται στα χέρια δραστήριων Ηπειρωτών, μεταξύ των οποίων ήταν οι Αθαν. Δρίζης, Καπέτσης, Τοπάλης, Παπαστεργίου, Παπαζώτος, Χρ. Μπεσίκας, που είχαν εγκατασταθεί στο χωριό περί τα τέλη του 19ου αιώνα και αρχές του 20ου αιώνα.

Τον Οκτώβριο του 1912 κατά την διάρκεια του Α' Βαλκανικού πολέμου, όπου οι Έλληνες οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι συμμάχησαν κατά των Τούρκων κατακτητών, η περιοχή μας καταλαμβάνεται από τους Βουλγάρους.

Την 1η Ιουλίου 1913, στα πλαίσια του Β' Βαλκανικού πολέμου, όταν οι Έλληνες πολέμησαν μαζί με τους Σέρβους κατά των Βουλγάρων, η περιοχή απελευθερώνεται από τον Ελληνικό στρατό και εγκαθίσταται πλέον στον νομό Ελληνική Διοίκηση.

Πρώτος Νομάρχης διορίστηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση ο μουσουλμάνος -Ελληνικής υπηκοότητας- Αλή Βέης Ναηπζαδέ.

Κατά την περίοδο αυτή έρχονται στο χωριό και οι πρώτοι Έλληνες πρόσφυγες (ελάχιστοι στον αριθμό) προερχόμενοι από την Ανατολική και Βόρεια Θράκη, εκμεταλλευόμενοι την νέα ευνοϊκή κατάσταση.

Πρώτος μεταξύ αυτών ο Κωνσταντίνος Δανδίνης, προερχόμενος από την Γέννα, περιοχής 40 Εκκλησιών, ο οποίος ήταν και ο πρώτος πρόεδρος του χωριού μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Οι υπόλοιποι προερχόμενοι κυρίως από το Μπογιαλίκι, ήταν λιποτάκτες του Βουλγαρικού στρατού.

Το 1916 στα πλαίσια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου η περιοχή καταλαμβάνεται από τους Γερμανο-βουλγάρους, για να απελευθερωθεί και πάλι το 1918 μετά την νίκη των συμμάχων της Αντάντ, με τους οποίους πολέμησε και η Ελλάδα.

Έκτοτε και μέχρι σήμερα η περιοχή μας βρίσκεται κάτω από Ελληνική Διοίκηση, εκτός της περιόδου 41-44, οπότε είχαμε την τρίτη βουλγαρική κατοχή στα πλαίσια του Β' Παγκοσμίου πολέμου.

Οι πρόσφυγες

Τα πρώτα κύματα των Ελλήνων προσφύγων, προερχόμενα κυρίως από την Ανατολική Θράκη (περιοχή 40 εκκλησιών, Κεσσάνης και Σαρακίνας) άρχισαν να ξεριζώνονται από τις ανθούσες πατρίδες τους, από το 1918, μη μπορώντας να αντέξουν την βία και την καταπίεση των Τούρκων και Βουλγάρων της περιοχής τους. Η φυγή αυτή συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε κυρίως το 22-23. Ακολούθησε ο μεγάλος ξεριζωμός των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας, πολλοί από τους οποίους (περίπου 400 οικογένειες) προερχόμενοι από τις περιοχές Αλάτσαμ, Κερασούντας, Τραπεζούντας κλπ. εγκαταστάθηκαν στο χωριό μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών και στα πλαίσια της συνθήκης της Λωζάννης.

Η ονομασία

Η πρώτη επίσημη ονομασία του χωριού, που προήλθε από την κοινότητα Δοξάτου, ήταν «Μπόργιανη» και δόθηκε σ' αυτό με το Β.Δ. 7/2/1922 (ΦΕΚ. Α. 20/1922).

Η ονομασία αυτή, η οποία είναι πολύ διαδεδομένη και σήμερα, προερχόταν από την τούρκικη ονομασία «Μποϊράν» . Η ιστορική έρευνα, διασταυρούμενη από τις αφηγήσεις των πρώτων Ελλήνων που εγκαταστάθηκαν στο χωριό, οδηγεί σχεδόν με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι οι Τούρκοι έδωσαν στο χωριό το πιο πάνω όνομα, παίρνοντας υπ' όψη τους την αρχική ονομασία του βυζαντινού οικισμού που βρισκόταν στη θέση του, η οποία σύμφωνα κυρίως με τις αφηγήσεις ήταν «Βοϊράνη» ή «Βοριανή».

Η ονομασία αυτή οφειλόταν στις παρακείμενες πηγές, που αποκαλούνται ακόμη και σήμερα «πηγές Βοϊράνης» και οι οποίες λέγεται ότι πήραν το όνομα αυτό εξαιτίας της βοής με την οποία έρρεαν τα νερά (βοή + ρέω). Η εκδοχή ότι η αρχική ονομασία του χωριού ήταν «Βοριανή» , την οποία πήρε από την θέση της, βορείως του ποταμού Ζυγάκτη (χωριό του βορρά), μάλλον δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Το έτος 1927 (Δ. 1/41927 ΦΕΚ. Α 76/27), η κοινότητα «Μπόριανης» μετονομάστηκε σε Κοινότητα «Αγίου Αθανασίου» και αριθμούσε κατά την απογραφή του 1928, 2.088 κατοίκους. Η πραγματική αιτία αυτής της μετονομασίας δεν μας είναι γνωστή. Κατά μία εκδοχή, οφείλεται στο γεγονός ότι το πρώτο πανηγύρι του χωριού, που γινόταν την δεύτερη μέρα του Πάσχα συνέπεσε με την γιορτή του Αγίου Αθανασίου (2 Μαΐου).

Κατ' άλλη εκδοχή η επιλογή ήταν τυχαία και κατ' άλλη οφείλεται στον τότε Δήμαρχο της Δράμας Θ. Αθανασιάδη.

Τέλος κατ' άλλη εκδοχή που αναφέρεται σε αφήγηση του Ηλία Παπαζώτου, η ονομασία αυτή προήλθε από το όνομα του Αθανασίου Δρίζη, παλιού Ηπειρώτη κατοίκου του χωριού, τον οποίο λόγω της μεγάλης του καλοσύνης οι κάτοικοι (Τούρκοι και Έλληνες) τον αποκαλούσαν Άγιο και για να τον τιμήσουν έδωσαν στο χωριό το όνομά του.

Πάντω,ς εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι η ονομασία «Άγιος Αθανάσιος» δεν εκφράζει καμία ιστορική πραγματικότητα, για τους λόγους δε αυτούς έγιναν προσπάθειες κατά το παρελθόν από τους κατοίκους του, προκειμένου να επιτύχουν την μετονομασία του σε «Βοϊράνη», αποκαθιστώντας έτσι την ιστορική μνήμη και αλήθεια.

Αν η σύντομη αυτή ιστορική αναδρομή, που στηρίζεται σε έγγραφες πηγές και αφηγήσεις θα μπορούσε να συμβάλλει προς την πιο πάνω κατεύθυνση, αλλά και σε μια πιο επιστημονική διερεύνηση της ιστορικής εξέλιξης του χωριού μας, θα αποτελούσε ίσως, την καλύτερη δικαίωση όσων κατά καιρούς οραματίστηκαν το χωριό μας, την «Βοϊράνη» , κέντρο οικονομικό, πνευματικό και πολιτιστικό της περιοχής.

ΠΗΓΕΣ:

  • Β. Πασχαλίδη: Η Δράμα και οι πρώτοι κάτοικοί της κατά την Προϊστορικήν εποχήν. Μακεδ. Ημερολόγιο 1966.
  • Δ. Γραμμένου: Από τους προϊστορικούς οικισμούς της Α. Μακεδονίας. Ανάτυπον εκ του αρχαιολ. δελτίου, Τόμος 30 (1975).
  • Δημ. Σαμσάρη: Ιστορική γεωγραφία της Α. Μακεδονίας κατά την Αρχαιότητα. Μακεδονική βιβλιοθήκη, δημοσιεύματα της Εταιρείας Μακεδονικών σπουδών 1978.
  • Στ. Μερτζίδη: Αι χώραι του παρελθόντος: Έκδοση: 1885.
  • (Ρκζ) πραξ. Αποστ. 17,1
  • X. Κουκούλη - Χρυσανθάκη: Αρχαιότητες και μνημεία Ανατ. Θράκης, ανάτυπον εκ των χρονικών του Α.Δ.27 (1972).
  • Β. Πασχαλίδη: Φραγκοκρατία στη Δράμα (1206 -1223), Μακεδ. Ημερ. 1991
  • Απ. Βακαλόπουλου: Ιστορία της Μακεδονίας, Θεσ/κη 1969
  • Νικ. Μοσχόπουλου: Η Ελλάς κατά τον Εβλιά Τσελεμπή, στο περιοδικό Επετηρίς Βυζαντινών Σπουδών Τομ. ΙΕ 1939 σελ. 148.
  • Χαλκιόπουλου: Εθνολογική στατιστική Βιλαετίων Θεσ/κης και Μοναστηριού. Αθήνα 1910.
  • Β. Πασχαλίδη: Η απελευθέρωσις της Δράμας, Περ. Μακεδ. Ζωή τεύχος 50 Ιούλιος 1970.
  • Αφηγήσεις ηλικιωμένων κατοίκων του χωριού.
  • Στοιχεία συστάσεως και εξελίξεως Δήμων και Κοινοτήτων Ν. Δράμας, Αθήνα 1961, έκδοση Υπ. Εσωτερικών.
Comment (0) Hits: 1518

Βοϊράνη - Boyran - Μπόργιανη

Τα τρία τοπωνύμια του Αγίου Αθανασίου Νομού Δράμας

του Βασ. Πασχαλίδη

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Βοϊράνη, τεύχος 12, έτος 1993

Από τις αρχαιολογικές ανασκαφές που έγιναν στο χώρο ανάμεσα στον Άγιο Αθανάσιο και στο Κεφαλάρι, αποκαλύφθηκαν διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη κτιρίων, όστρακα από αγγεία, κομμάτια από σαρκοφάγους κ.α. Στην τοποθεσία αυτή υπήρχε αρχαίο χωριό, το οποίο άκμασε τουλάχιστον από την αρχαιότητα και μάλιστα όχι ενωρίτερα από την Θρακική περίοδο. Από τις επιγραφές όμως που βρέθηκαν μέσα στον Άγιο Αθανάσιο, μία Ελληνική και τέσσερες λατινικές, αποκαλύπτεται ότι στον ίδιο αυτό χώρο είχε δημιουργηθεί κατά την μακεδονική περίοδο ένας μεγαλύτερος σε έκταση οικισμός και κατά την ρωμαϊκή περίοδο ένα πόλισμα.

Στον οικισμό αυτό βρέθηκε όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω μια ελληνική επιγραφή, όπου σημειώνεται το όνομα ΠΑΡΑΝΟΜΟΣ, γνήσιο ελληνικό γεγονός που φανερώνει ότι οι ντόπιοι Θράκες του οικισμού αυτού είχαν τότε ανάμεσά τους και πολλούς έλληνες που εγκαταστάθηκαν εδώ ως άποικοι.

Από τις λατινικές επίσης επιγραφές που βρέθηκαν στον Άγιο Αθανάσιο φαίνεται ότι το πόλισμα είχε αναπτυχθεί και επεκταθεί σημαντικά με την παρουσία πολλών ρωμαίων αποίκων από τους Φιλίππους.

Την μία από τις τέσσερες λατινικές επιγραφές μάλιστα την βρήκε ο γάλλος αρχαιολόγος Heuzey στο σπίτι του Τούρκου Χατζή Αλή Μεχμέτ, όταν επισκέφθηκε το χωριό στα 1861. Η επιγραφή έφερε το όνομα ΕΡΑΡΗ - RODITUS.

Σε μια συνεργασία της, η Αγγ. Κωνσταντακοπούλου, που αναφέρεται στον 4ο ως τον 6ο αιώνα, παρουσιάζει το πόλισμα με το όνομα Βοϊράνη, χωρίς όμως να προσκομίζει τα βιβλιογραφικά στοιχεία της πληροφορίας της.

Η περιοχή του Αγίου Αθανασίου θα δέχθηκε ασφαλώς κι αυτή τις βαρβαρικές επιδρομές από τους Γότθους το 473 μ. X. οπότε καταστράφηκαν τα προάστια των Φιλίππων, από τους Σλάβους κατά τον 7ο και 8ο αιώνα και τις βουλγαρικές κατά τον 9ο αιώνα, οπότε καταστράφηκαν προσωρινά και οι Φίλιπποι, στα 837 μ. X.

Οι πολεμικές αυτές αναστατώσεις ήταν φυσικό να δημιουργήσουν πολλά προβλήματα στη ζωή των κατοίκων της κοιλάδας των Φιλίππων. Οι επιδρομείς δεν άφηναν τίποτε όρθιο: σκότωναν, κατέστρεφαν και πυρπολούσαν ότι έβρισκαν μπροστά τους. Δεν μπορούμε όμως μ' όλα αυτά να υποθέσουμε ότι οι επιδρομείς είχαν εξαφανίσει τελείως τον πληθυσμό της περιοχής γιατί από τα αρχαιολογικά ευρήματα και κυρίως από τα νομίσματα που βρέθηκαν στον Άγιο Αθανάσιο, φαίνεται ότι η ζωή εδώ δεν είχε σταματήσει καθόλου σε όλους αυτούς τους αιώνες.

Βρέθηκαν νομίσματα του Κωνσταντίνου Β’, του Αλεξίου Γ’, Φραγκικά κ.ά., τα οποία ασφαλώς αποδεικνύουν την παρουσία πολλών ανθρώπων στην περιοχή αυτή. Και οι άνθρωποι αυτοί φυσικά δεν ήταν παρά Έλληνες όπως αναφέρεται και στο γαλλικό χρονικό του 13ου αιώνα, που περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια την πολυήμερη μάχη που έγινε στον κάμπο των Φιλίππων και ειδικότερα στην περιοχή του Αγίου Αθανασίου - Κεφαλαρίου - Φιλίππων στα 1209, ανάμεσα στους Φράγκους της Δράμας και στους Λομβαρδούς της Καβάλας.

Κατά την μάχη αυτή οι Έλληνες της περιοχής, όπου βρέθηκαν και τα φράγκικα νομίσματα του Αγίου Αθανασίου, κυνήγησαν τους Λομβαρδούς πάνω στα βουνά και τους σκότωσαν όλους. Η αποτελεσματική αυτή συμβολή των Ελλήνων στη νικηφόρα έκβαση της μάχης φανερώνει και ένα άλλο σημαντικό γεγονός πως το ελληνικό στοιχείο κυριαρχούσε απόλυτα στην περιοχή αυτή και ότι ήταν πολυπληθέστερο για να μπορέσει να εξαφανίσει όλους τους οπλισμένους Λομβαρδούς, ενώ δεν είχε το ίδιο ούτε αμυντικό ούτε επιθετικό οπλισμό.

Δεν υπάρχει καμιά πληροφορία από ότι γνωρίζουμε μέχρι σήμερα για το όνομα του πολίσματος αυτού σε όλα αυτά τα χρόνια ως την τουρκική κατάκτηση της περιοχής στα 1383. Οι Τούρκοι για να αλλοιώσουν την σύνθεση του πληθυσμού έφεραν από τα βάθη της Μικράς Ασίας διάφορες βαρβαρικές φυλές, τους Κονιάρους και τους Γιουρούκους, και τους εγκατέστησαν στην πεδιάδα της Δράμας Φιλίππων. Οι νέοι αυτοί έποικοι είχαν εγκατασταθεί και στον Άγιο Αθανάσιο.

Το ελληνικό στοιχείο διασκορπίστηκε σε ασφαλέστερα μέρη ή εξισλαμίστηκε. Μόνο κατά τα μέσα του 19ου αιώνα εμφανίζονται να κατοικούν στο χωριό έλληνες, όταν θεσπίστηκαν ορισμένες ελευθερίες στους κατακτημένους λαούς από τον Σουλτάνο.

Οι Τούρκοι όμως, κατά κανόνα δεν είχαν αλλάξει τα παλιά ονόματα των πόλεων και των χωριών που είχαν κατακτήσει. Τα διατήρησαν αλλά κάπως παραλλαγμένα ή και τα άφησαν όπως ήταν, όπως συνέβη με την Δράμα, τις Σέρρες, την Καβάλα. Διατήρησαν παραλλαγμένα το όνομα της Αδριανούπολης (σημερινή Αδριανή), το οποίο πρόφεραν ως «Εντιρνετζίκ» για την διάκριση από την Αδριανούπολη της Ανατολικής Θράκης που την έλεγαν «Εντιρνέ», τους Φιλίππους ως «Φιλιππετζίκ» για την διάκριση από την Φιλιππούπολη της σημερινής Βουλγαρίας, τα Κουμουτζηνά (σημερινή Κομοτηνή) ως Γκιουμουλτζίνα» κ.ά.

Έχοντες ως βάση την υποθετική αυτή σκέψη, πιστεύουμε ότι οι Τούρκοι, όταν κατέγραψαν στην επίσημη διοικητική τους γλώσσα το όνομα «BOYRAN» για τον διοικητικό προσδιορισμό του χωριού αυτού, είχαν υπόψη τους ασφαλώς την προηγούμενη ονομασία του οικισμού. Έτσι, διατηρήθηκε το παλιό τοπωνύμιο, που είχε το χωριό ως τότε (1383), το οποίο φυσικά πρέπει να ήταν η «Βοϊράνη» και όχι κανένα άλλο.

Κάτι παρόμοιο έγινε και στην περίπτωση της ονομασίας του πολίσματος της Δοϊράνης, την οποία οι Τούρκοι μετά την κατάκτηση της περιοχής διατήρησαν κάπως παραλλαγμένα, επίσημα, με το όνομα DOYRAN και στην καθημερινή λαϊκή χρήση με το όνομα Δοβήριανη δηλαδή έγινε εδώ το ίδιο όπως και στην περίπτωση της BOΥRAN και Μπόργιανη (= Άγιος Αθανάσιος).

Η Δοϊράνη τοποθετείται στην αρχαία Δόβηρο, πόλη των Παιόνων, που αναφέρεται από τον Θουκυδίδη. Από την Δοϊράνη έλαβε το όνομά της και η παρακείμενη λίμνη της Δοϊράνης, που ταυτίζεται σύμφωνα με τους περισσότερους ερευνητές με την Πρασιάδα λίμνη, που αναφέρει ο Ηρόδοτος.

Αλλά για την Βοϊράνη δεν έχουμε πληροφορίες από τους αρχαίους συγγραφείς ή τουλάχιστον από τους βυζαντινούς χρονικογράφους, οι οποίοι θα μπορούσαν να μας διαφωτίσουν πάνω στο θέμα αυτό. Από τις πιο πάνω όμως σκέψεις που εκθέτουμε με βάση τα υπάρχοντα αρχαιολογικά, νομισματικά, γλωσσολογικά, τοπωνυμιολογικά και διοικητικά στοιχεία, συμπεράνουμε ότι στη θέση του Αγίου Αθανασίου πρέπει να τοποθετείται κάποιο αρχαίο πόλισμα, το οποίο θα είχε προσλάβει σε άγνωστη χρονική στιγμή κατά την αρχαιότητα το τοπωνύμιο Βοϊράνη.

Κατά την γνώμη μας από το ίδιο αυτό όνομα θα πήραν την ονομασία τους και οι παρακείμενες πηγές της Βοϊράνης (= Κεφαλαρίου), που ήταν γνωστές στην αρχαιότητα, όπως επίσης ήταν γνωστό και το βουνό Κεφαλαρίου. Τα ονόματά τους όμως δεν προσδιορίζονται. Ο GOLLART, το βουνό του Κεφαλαρίου το ταυτίζει με το βουνό που αναφέρεται από τον Πλούταρχο. Στο βουνό αυτό είχε καταφύγει ο Βρούτος αφού πέρασε από κάποιο ποταμάκι μετά την μάχη στον κάμπο των Φιλίππων.

Με την γνώμη μας αυτή ασφαλώς δεν λύνεται τελειωτικά το πρόβλημα της Βοϊράνης. Κάναμε απλώς μερικές μόνο γενικές παρατηρήσεις. Σε άλλη ευκαιρία που θα μας δοθεί θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε το θέμα αυτό και ειδικότερα από γλωσσολογική και τοπωνυμιολογική άποψη.


Η παραπάνω μελέτη περιλαμβάνεται στο πρόσφατο και πολύ αξιόλογο βιβλίο του Βασιλείου Πασχαλίδη με τίτλο «ΔΡΑΜΙΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ» όπου περιέχονται συνολικά 67 μελέτες για την Δράμα και την περιοχή της.

Comment (0) Hits: 1610

Δράμα, Χωριστή, Δοξάτο, Άγιος Αθανάσιος, Κεφαλάρι, Κύρια, Αδριανή

Kώμες της ρωμαϊκής αποικίας των Φιλίππων (30 π. X. - 284 μ. X.)

του Βασίλη Πασχαλίδη

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Βοϊράνη, τεύχος 32, έτος 1997

Στην περιοχή της Δράμας κατά την ρωμαϊκή εποχή είχαν οργανωθεί πολλές κώμες, σταθμοί, χωριά, αγροκτήματα, αγροικίες χωρίς να γνωρίζουμε τον αριθμό τους. Τις θέσεις τους μας τις προσδιορίζουν επιτύμβιες πλάκες, λατινικές και ελληνικές επιγραφές, σαρκοφάγοι κ.ά που βρέθηκαν και βρίσκονται στην περιφέρεια αυτή.

Υπάρχουν όμως και πολλές απ' αυτές για τις οποίες δεν έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα επιγραφικές μαρτυρίες και γι αυτό δεν γνωρίζουμε ούτε το όνομα του κατοικημένου τόπου ούτε το εθνικό όνομα των κατοίκων του. Από τα αρχαιολογικά όμως δεδομένα, κυρίως από τα ευρεθέντα αρχιτεκτονικά μέλη, οπωσδήποτε βεβαιώνεται ότι στον εδαφικό αυτόν χώρο υπήρχαν θρακικές ή μακεδονικές κώμες και ρωμαϊκοί vici.

Το γενικό συμπέρασμα λοιπόν που προκύπτει από την έρευνα των φιλολογικών, επιγραφικών και νομισματικών πηγών είναι ότι στην αποικία των Φιλίππων υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός πολισμάτων με τη διοικητική μορφή των VICI. Σ' αυτά οποία κυρίως Θράκες και άλλοι χωρικοί με ονόματα θρακικά αλλά και Μακεδόνες ως ντόπιοι κάτοικοι που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή για πρώτη φορά το 479 π.Χ., ενώ τους ακολούθησαν αργότερα το 356 π. X. και άλλα κύματα Μακεδόνων.

Επίσης κατοικούσαν σ’ αυτά τα πολίσματα και Θάσιοι, Αθηναίοι και Ρωμαίοι ως άποικοι και προσέτι και άλλοι Ελληνες (κυρίως Αθηναίοι), Εβραίοι και Ρωμαίοι ως πάροικοι.
Οι VICI ήταν αυτοδιοικούμενες κοινότητες ατόμων με δική τους Εκκλησία του Δήμου και με δικούς τους άρχοντες. Οι άρχοντες αυτοί είχαν τα αξιώματα του αντιστρατήγου, του βουλευτή, του φορολόγου κ.α. Οι κώμες και οι vici είχαν διοικητική εξάρτηση από την πρωτεύουσα της αποικίας στην οποία υπαγόταν. Απ' αυτήν έπαιρναν οδηγίες και σ' αυτήν πλήρωναν την ετήσια εισφορά τους και διέθεταν κάθε χρόνο και έναν ορισμένο αριθμό στρατιωτών.

Στην περιοχή του νομού Δράμας αναφέρεται από τους ερευνητές ότι βρέθηκαν μέχρι το 1988, όπως αποδείχνεται από τις μέχρι τότε επιγραφικές μαρτυρίες, δύο πολίσματα και εννέα ρωμαϊκοί vici. Κατά το 1992 βρέθηκε στην περιοχή της Καλής Βρύσης μια νέα λατινική επιγραφή από την οποία προκύπτει ότι υπήρχε στη θέση αυτή ρωμαϊκό vicus. Έτσι οι ρωμαϊκοί vici στην περιοχή της Δράμας με το νέο επιγραφικό εύρημα ανεβαίνουν στους δέκα. Στον αριθμό αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε το ρωμαϊκό χωριό APRI κοντά στην Μαυρολεύκη, όπως επίσης και τους δύο σταθμούς της Εγνατίας οδού AD DUODECIMUM κοντά πάλι στην Μαυρολεύκη και DARAVESCUS στο σημείο που βρίσκεται η πόλη της Δράμας.

Εκτός από τα πιο πάνω πολίσματα, τους vici και τους ρωμαϊκούς σταθμούς που αποδείχνονται με τις επιγραφικές μαρτυρίες υπήρχαν και άλλοι οικιστικοί χώροι στην περιοχή του νομού Δράμας στους οποίους κατοικούσαν επίσης κατά την ρωμαϊκή περίοδο Θράκες, Μακεδόνες, Ρωμαίοι κ.ά. Γι’ αυτούς τους οικισμούς δεν έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα επιγραφικές μαρτυρίες και έτσι δεν είναι γνωστά τα ονόματά τους αλλ1 ούτε και τα εθνικά ονόματα των κατοίκων τους. Από τα διάφορα όμως αρχιτεκτονικά μέλη που βρέθηκαν στις επίκαιρες αυτές θέσεις πιστεύεται ότι στα σημεία αυτά υπήρχαν τότε ρωμαϊκοί vici ή πολίσματα.
Τα πολίσματα και vici:

1. Αδριανούπολη

Σε μια επιγραφή που βρέθηκε στους Φιλίππους και ανήκει στις αρχές του 3ου αιώνα μ. X. αναφέρεται ότι οι κάτοικοι μιας πόλης με το όνομα Αδριανουπολείται μαζί με τους κατοίκους άλλων τεσσάρων πόλεων που αποτελούσαν την Πεντάπολη έστησαν τιμητική στήλη στο όνομα του αυτοκράτορα Σεπτιμίου Σεβήρου που ήταν γιος του Καρακάλλα και της Ιουλίας Δόμνας. Η θέση της πόλεως αυτής στην οποία κατοικούσαν Αδριανουπολείται δεν ήταν γνωστή μέχρι το 1983. Κατά το έτος αυτό ο Δ. Σαμσάρης σε μια μελέτη του, που την ανακοίνωσε για πρώτη φορά στο Δ' Διεθνές συνέδριο για την Αρχαία Μακεδονία (Σεπτέμβριος 1983), υποστήριξε με βάση γλωσσολογικά και αρχαιολογικά δεδομένα ότι η Αδριανούπολη βρισκόταν σαν ρωμαϊκό πόλισμα στον λόφο "Κολύμπες" που απέχει μόλις 200 μ. ΝΔ από το σημερινό χωριό Αδριανή. Στη θέση αυτή υπήρχε προηγουμένως θρακικός οικισμός που πρέπει να καταγράφτηκε αργότερα και στη θέση του να ιδρύθηκε το ρωμαϊκό πόλισμα, όπως αποδείχνεται από τα όστρακα, τις ταφές και τα νομίσματα που βρέθηκαν στην τοποθεσία αυτή. Η F. Papazoglou υποθέτει ότι η Αδριανούπολη είναι η πόλη με το όνομα Αδριάνιον την οποία μνημονεύει ο Προκόπιος (Περί κτισμάτων, VI, 119, 2).

Πιστεύεται ότι το ρωμαϊκό αυτό πόλισμα ιδρύθηκε στην εποχή του Αδριανού και για να τιμηθεί ο αυτοκράτορας προσέλαβε το όνομά του.

2. Χωριστή (Τσατάλτζα)

Στο μακεδονικοθρακικό αυτό χωριό που πιθανό να είχε το όνομα Οχρα, το εθνικό όνομα των κατοίκων του κατά την ρωμαϊκή περίοδο ήταν Προυπτοσουρηνοί και Οχρίνοι όπως προκύπτει από την επιγραφική μαρτυρία.

3. Δοξάτο

Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο υπήρχε στο Δοξάτο vicus που υπαγόταν στην αποικία των Φιλίππων. Ανάμεσα στις 20 περίπου επιγραφές που αναφέρονται στο Δοξάτο υπάρχει και μία λατινική στην οποία μνημονεύεται το όνομα των κατοίκων της κώμης που ήταν VICANI.

4. Δράμα

Κατά την άποψή μας η ανθρώπινη κατοίκηση στον οικισμό ανεβαίνει τουλάχιστον μέχρι τη νεολιθική εποχή και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Το όνομα του οικισμού είναι άγνωστο. Η ταύτιση της Δράμας με την αρχαία πόλη της Ηδωνίδος Δραβήσκος δεν έχει επιστημονική βάση, εφόσον δεν ανταποκρίνεται στα ιστορικά και τοπογραφικά δεδομένα της περιοχής. Πιθανότερη είναι η άποψη για την ταύτιση της Δράμας με ίο Ρωμαϊκό σταθμό της Εγνατίας οδού Darauescus. Η Δράμα δεν πρέπει να ήταν τότε ένας συγκοινωνιακός σταθμός. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι υπήρξε ένα μεγάλο πόλισμα με πολλούς κατοίκους Θράκες, Μακεδόνες, Αθηναίους, Θασίους, Ρωμαίους κ.ά., όπως προκύπτει από τις αρχαιότητες που βρέθηκαν στην πόλη, κυρίως λατινικές επιγραφές και ρωμαϊκά αρχιτεκτονικά μέλη. Η Δράμα ήταν κατά την ρωμαϊκή εποχή ένα σημαντικό κέντρο διακίνησης από πρόσωπα, πράγματα και θρησκευτικές ιδεολογίες.

5. Κύρια

Ορισμένες τοπογραφικές ενδείξεις σε συνδυασμό με τα αρχαιολογικά δεδομένα που βρέθηκαν στην περιοχή των Κυργίων και τους συνοικισμούς Βαθύσπηλο, Βαθυχώρι, Ευρύπεδο, Υψηλό και Μεσοκόρυφο μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι εδώ υπήρχε θρακικό χωριό που διατηρήθηκε και κατά τη μακεδονική, την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή περίοδο. Ο Collart τοποθετεί την Κρίφλα στη θέση των Κυρίων. Ήταν ρωμαϊκή κώμη που υπαγόταν διοικητικά στην αποικία των Φιλίππων. Βρέθηκαν σαρκοφάγοι και λατινικές επιγραφές. Κάτοικοι της Κρίφλας ήταν Θράκες, Μακεδόνες, Αθηναίοι, Ρωμαίοι άποικοι κ.ά. Κοντά στο χωριό βρέθηκαν ερείπια αγροικίας που ανήκε στον Ρωμαίο μεγαλοκτηματία Caesius Victor, όπως το δείχνει μια λατινική επιγραφή που βρέθηκε στη θέση αυτή.

Στα Κύρια (Οργαντζή) και στο Βαθυχώρι (Αραπλή) εντοπίσθηκαν τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα. Το όνομα Κύρια είναι τουρκικό (κιρ = ξερός τόπος). Οι Τούρκοι είχαν διατηρήσει αλλά παραλλαγμένα τα παλιά ονόματα των οικισμών όπως Δράμα = Δ(ί)ραμα ή Ντι(ι)ραμα, Βοϊράνη = Μπόριανη, Σμύρνη (ι) σμιρ κ.ά. Πιστεύουμε ότι το τουρκικό όνομα Κιρ (ια) προήλθε από το αρχαίο όνομα του οικισμού (Κ (ι) ρι (φλ)α.

Οι Τούρκοι τοποθετούσαν πριν από κάθε σύμφωνο το φωνήεν ι.

6. Άγιος Αθανάσιος (Μπόριανη)

Από τις επιγραφές που βρέθηκαν στο χωριό φαίνεται ότι υπήρχε στη θέση αυτή οικισμός κατά τη μακεδονική περίοδο. Άγνωστο είναι το όνομα της κώμης. Πιστεύουμε όμως ότι το αρχαίο όνομα του χωριού ήταν Βοϊράνη. Την άποψή μας αυτή στηρίζουμε στον εξής συλλογισμό. Οι Τούρκοι, όπως είναι γνωστό, διατήρησαν στις περιοχές που κατάκτησαν απαράλλαχτα ή κάπως παραλλαγμένα τα παλιά τοπωνύμια των πόλεων, των χωριών κλπ. Έτσι το ίδιο έγινε και στην περίπτωση του Αγίου Αθανασίου. Διατήρησαν οπωσδήποτε το παλιό όνομα του χωριού ΒΟΪΡΑΝΗ που το κατέγραψαν στη διοικητική τους γλώσσα ως BOYRAN και το πρόφεραν Μπόριανη.

Η κοινότητα πρέπει να αλλάξει το όνομά της και να ονομάζεται στο εξής κοινότητα Βοϊράνης. Από τις πολλές λατινικές επιγραφές που βρέθηκαν στον Άγιο Αθανάσιο και στην γύρω περιοχή, αλλά και για τον λόγο ότι βρισκόταν το χωριό κοντά στους Φιλίππους, πιστεύεται πως υπήρχε εδώ κατά την ρωμαϊκή περίοδο σημαντική κώμη της αποικίας των Φιλίππων.

7. Κεφαλάρι (Μπουναρ-Μπασί)

Στο χωριό αυτό βρέθηκαν δύο επιγραφές από τις οποίες φαίνεται ότι υπήρχε στην τοποθεσία αυτή μακεδονική κώμη που διατηρήθηκε και κατά την ρωμαϊκή περίοδο σαν vicus.

 


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο συντάχθηκε με βάση σχετικό κεφάλαιο από το ανέκδοτο βιβλίο μας Η ΔΡΑΜΑ 7000 ΧΡΟΝΙΑ. Στην περιοχή Δράμας υπήρχαν και άλλες κώμες που ανήκαν στην ρωμαϊκή αποικία των Φιλίππων. Από το κείμενο έχουν παραλειφθεί οι επιγραφικές μαρτυρίες και οι βιογραφικές σημειώσεις.

 

Comment (0) Hits: 1419

Προϊστορία

Τα πρώτα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας στα όρια του σημερινού νομού Δράμας εντοπίζονται στη Μέση Παλαιολιθική Εποχή (50.000 π.Χ.), πρόκειται για νομάδες κυνηγούς στις περιοχές του Σπηλαίου των πηγών του Αγγίτη (Μααράς), του Βώλακα, των Ποταμών και του Αρκουδορέματος.

Νεολιθική Εποχή

Στην περιοχή μας βρέθηκαν ίχνη νεολιθικών οικισμών στο Δοξάτ-Τεπέ, στο Καλαμπάκ Τεπέ, στη περιοχή Συκιά και στον κάμπο των Κύργιων, που χρονολογούνται από το 5000 π.Χ. έως το 3000 π.Χ.
Τη νεολιθική εποχή η πεδιάδα της Δράμας ήταν ένα πελώριο έλος. Οι περιοχές ανάμεσα στα βουνά και το έλος επιλέχθηκαν από τους ανθρώπους της εποχής για τη δημιουργία των οικισμών τους αφού συνδύαζαν άφθονο πόσιμο νερό, καλλιεργήσιμες εκτάσεις και ένα πλούσιο φυσικό περιβάλλον, με έλη, λόγους και βουνά, με άφθονους φυσικούς πόρους κάθε είδους (θηράματα, ψάρια, καρπούς κ.α.). Δημιουργήθηκε γύρω από το έλος μια ομάδα από Νεολιθικούς οικισμούς : το Καλαμπάκ-Τεπέ, το Δοξάτ-Τεπέ, το Κεφαλάρι και η Συκιά στα κεντρικά-ανατολικά, το Πολύστυλο και το Ντικιλί Τας στα Νοτιοανατολικά και οι Σιταγροί στα Βορειοδυτικά.
Δοξάτο
Ευρήματα της προϊστορικής εποχής από την τούμπα Δοξάτ Τεπέ –βρίσκεται μεταξύ της Φτελιάς και του Καλαμπακίου, 1.200 μ. περίπου ανατολικά από τη γέφυρα της Τάφρου του Δοξάτου– πιστοποιούν την ύπαρξη νεολιθικού οικισμού στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού Δοξάτου.
Στη συγκεκριμένη προϊστορική θέση βρέθηκαν φιάλες (μαύρη διακόσμηση σε κόκκινο φόντο, διακόσμηση με γραφίτη, με κόκκινη καφέ ή μαύρη στιλβωμένη επιφάνεια, εγχάρακτη διακόσμηση με επίθετη λευκή ύλη στις εγχαράξεις), «πυξίδες», πίθοι, σφοντύλια και ειδώλια (ανθρώπου, ζώου και πτηνού).

Κύργια
Η κατοίκηση της ευρύτερης περιοχής των Κυργίων εντοπίζεται σύμφωνα με αρχαιολογικά δεδομένα στην προϊστορική περίοδο. Στον κάμπο των Κυργίων εντοπίστηκαν αρχαιολογικές θέσεις στον Άνω Σταύλο και στις Λεύκες Καλαμώνα, 500 μ. δυτικά του Καλαμώνα και 2,5 χλμ. βορειοδυτικά του χωριού.
Σε τρεις από αυτές τις θέσεις βρέθηκε νεολιθική κεραμική, σε δύο κεραμική Εποχής Χαλκού, σε τρεις κεραμική Εποχής Σιδήρου και σε όλες τις θέσεις όστρακα ιστορικών χρόνων.

Αρχαϊκή, Κλασσική & Ελληνιστική εποχή (800 π.Χ. – 146 π.Χ.)

Στην περιοχή μας κατοικούσε το «Θρηκίον έθνος» των Ηδωνών, όπως μαρτυρεί ο πατέρας της ιστορίας Ηρόδοτος. Το θρακικό αυτό έθνος ζούσε στον ευρύτερο χώρο της Θράκης, μέρος της οποίας αποτελούσε και η σημερινή Ανατολική Μακεδονία.

Οι Ηδωνοί ήταν γνωστοί για τη λατρεία του θεού Διόνυσου. Φαίνεται ότι η οινοπαραγωγική παράδοση του τόπου μας κρατάει από την αρχαιότητα.
Σύμφωνα με τον μύθο, ο βασιλιάς των Ηδωνών, Λυκούργος, που το όνομα του αναφέρεται εν συντομία στην Ιλιάδα, αντιμετώπισε εχθρικά τη λατρεία του Διονύσου και για τον λόγο αυτό ο θεός καταδίκασε τη χώρα σε λιμό (πείνα) και τον ίδιο σε παραφροσύνη.

436 π.Χ. Διαμάχη με τους Αθηναίους
Ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης μιλούν επανειλημμένα για τους Ηδωνούς. Μετά τους Περσικούς πολέμους, οι Ηδωνοί έγιναν κυρίως γνωστοί γιατί είχαν κατοικήσει στην περιοχή της Αμφίπολης από όπου τους εξεδίωξαν Αθηναίοι άποικοι το 436 π.Χ., όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης. Σύντομα οι Αθηναίοι έχασαν τον έλεγχο της Αμφίπολης και από τότε οι Ηδωνοί υπέστησαν πολλά από τις διάφορες εκστρατείες των Αθηναίων εναντίον της αποικίας τους.
Κράνος «κορινθιακού τύπου», του 5ου αι. π.Χ. Βρέθηκε στο Καλαμπάκι. Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας.

"...Ο μεγάλος δημιουργός του Αθηναϊκού κράτους Περικλής, προκειμένου να προβεί στην υλοποίηση του μεγαλόπνοου ναυτικού του προγράμματος ιδρύει μεγάλης σημασίας αποικία στην παράλια περιοχή της χώρας των Ηδωνών, προκειμένου να εκμεταλλευθεί την τεράστια σε ποσότητα και εξαιρετική σε ποιότητα ξυλεία του ιερού όρους Παγγαίου."
"...Η τεράστια σημασία που αποδίδανε οι Αθηναίοι στην περιοχή αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το 436 π. Χ. οι Αθηναίοι έστειλαν δέκα χιλιάδες αποίκους, οι οποίοι είχαν οικτρό τέλος στη σύγκρουση τους με τους Ηδωνούς. "

Χατζόπουλος Γ. Κ. , Η εμβρυακή μορφή του θεάτρου και η λατρεία του Διόνυσου στη χώρα των Ηδωνών.

356 π.Χ. Μακεδονική εποχή

Το βασίλειο τους, μετά από μακροχρόνιες συγκρούσεις με τους Αθηναίους διαλύθηκε και η περιοχή γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη όταν ενσωματώθηκε στο βασίλειο του Φιλίππου το 356 π.Χ. Η πεδιάδα αποτελούσε τμήμα της «χώρας» των Φιλίππων, πόλης που ίδρυσε ο Μακεδόνας βασιλιάς.

"...Εύλογο ήταν, ύστερα από τόσες οχλήσεις και πείσμονες επιθέσεις να εξασθενήσουν αμυντικά οι Ηδωνοί και να υποταχθούν σε νέα δύναμη, που αναφάνηκε τον 4ο π. Χ. αιώνα, στους Μακεδόνες του Φιλίππου του Β. Το ιερό Παγγαίο τίθεται πλέον στην υπηρεσία και την εκμετάλλευση των Μακεδόνων...Είναι αμφίβολο αν είχε την τόση ακτινοβολία της η εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου χωρίς το ιερό και χρυσοφόρο Παγγαίο"

Χατζόπουλος Γ. Κ. , Η εμβρυακή μορφή του θεάτρου και η λατρεία του Διόνυσου στη χώρα των Ηδωνών.
4oς π.Χ. αιώνας. Δοξάτο
Επιτύμβια μαρμάρινη στήλη. Βρέθηκε σε αγρόκτημα στο Δοξάτο.
Η επιτύμβια στήλη έχει αετωματική επίστεψη και στηρίζεται σε διβαμιδωτο βάθρο, όπου αναγράφεται το όνομα της νεκρής :
ΓΝΩΜΗ ΒΙΘΥΟΣ ΓΥΝΗ
Η νεκρή έχει ελληνικό όνομα, Γνώμη, αναφέρεται όμως και με το όνομα του συζύγου της, που έχει θρακική προέλευση. Πρόκειται για μία από τις πρωιμότερες επιτύμβιες στήλες στην αγροτική περιοχή της πόλης των Φιλίππων. Β' μισό του 4ου π.Χ. αιώνα.

Ελληνιστική εποχή

Ευρήματα αποκαλύπτουν την ύπαρξη ελληνιστικών οικισμών στο Δοξάτο, τον Άγιο Αθανάσιο, το Κεφαλάρι και την Αγορά. Στον κάμπο Κυργίων ανασκάφηκε , ακόμη, τμήμα αρχαίου νεκροταφείου όπου βρέθηκε μακεδονικός τάφος.
Στην περιοχή του Καλαμπακίου έχει βρεθεί ένας σταδιοδείκτης του 3ου αιώνα π.Χ. στις δύο όψεις του οποίου αναγράφονται οι αποστάσεις από τους Φιλίππους και την Αμφίπολη. Η ύπαρξη του σταδιοδείκτη αποτελεί ένδειξη ότι ο αρχαίος οικισμός του Καλαμπακίου ήταν σημαντικός σταθμός του οδικού δικτύου των Μακεδόνων.

Ο ελληνιστικός σταδιοδείκτης του Καλαμπακίου λόγω τοπογραφικής σχέσης του με την Εγνατία Οδό στηρίζει την άποψη που έχει διατυπωθεί, σύμφωνα με την οποία η Εγνατία Οδός ακολούθησε και βελτίωσε ένα προϋπάρχον οδικό δίκτυο, το οποίο είχαν οργανώσει οι Μακεδόνες βασιλείς.
Τη διαπίστωση αυτή ενισχύει ένας οδοδείκτης (milliarium) ρωμαϊκών χρόνων. Η επιγραφή αναφέρεται σε ανακαίνιση της Εγνατίας οδού από το Δυρράχιο ως το Ακόντισμα (σταθμό της Εγνατίας Οδού στην περιοχή της Νέας Καρβάλης) ύστερα από μακρά περίοδο εγκατάλειψης.

Το σημαντικό αυτό έργο πραγματοποιήθηκε από τον αυτοκράτορα Τραϊανό, του οποίου αναγράφονται οι αυτοκρατορικοί τίτλοι.

Την ανακαίνιση της Εγνατίας Οδού από την Θεσσαλονίκη ως τη Νεάπολη, δηλαδή την σημερινή Καβάλα, από τον αυτοκράτορα Τραϊανό μνημονεύει και ένα άλλο μιλλιάριο που βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη.

2ος π.Χ. Καλαμπάκι. Επιτύμβια στήλη
Μαρμάρινη επιτύμβια στήλη που χρονολογείται κατά τον 2ο αιώνα π.Χ. Κάτω από το ανάγλυφο με την παράσταση ήρωα-ιππέα μπροστά σε βωμό, η επιγραφή με το όνομα και το πατρώνυμο του νεκρού.
ΤΑΡΟΥΣΙΝΑΣ
ΔΟΥΛΗΟΥΣ
ΗΡΩΣ

Ελληνιστικοί χρόνοι

Καλαμπάκι. Επίστεψη θυρώματος ταφικού μνημείου
Η εγγεγραμμένη αετωματική επίστεψη κοσμείται με κεντρικό και πλάγια ανάγλυφα ανθεμωτά ακρωτήρια. Στο κέντρο του τυμπάνου του αετώματος σχηματοποιημένη κυκλική ασπίδα ή φιάλη. Στην επίστεψη χρησιμοποιήθηκαν δύο τεμάχια από διαφορετικό μάρμαρο, τα οποία επαναλαξεύθηκαν πιθανόν σε δεύτερη χρήση.

Ρωμαϊκή εποχή (146 π.Χ.-330 μ.Χ.)

Όταν οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την Ελλάδα, το 146 π.Χ. η πόλη των Φιλίππων έγινε σπουδαία Ρωμαϊκή αποικία. Κτήματα της εύφορης πεδιάδας από τους Φιλίππους ως την περιοχή μας, δόθηκαν σε παλαίμαχους των Ρωμαϊκών λεγεώνων.
Στα μέρη μας δημιουργήθηκαν αυτοδιοικούμενες κοινότητες, γνωστές ως Vici.

Δοξάτο
Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο υπήρχε στο Δοξάτο vicus που υπάγονταν στην αποικία των Φιλίππων. Έχουν βρεθεί πάνω από 20 επιγραφές που αναφέρονται στο Δοξάτο. Μία από αυτές αναφέρει, στα λατινικά, ότι το όνομα των κατοίκων ήταν VICANI.

Κύρια
Στη θέση των Κυργίων, υπήρχε από τα θρακικά χρόνια χωριό με το όνομα Κρίφλα, που κατοικούνταν συνεχώς και στη Μακεδονική, Ελληνιστική και Ρωμαϊκή εποχή. Οι κάτοικοι του ήταν Θράκες, Μακεδόνες, Αθηναίοι και Ρωμαίοι. Στα όρια του χωριού έχει βρεθεί αγροικία που άνηκε, σύμφωνα με επιγραφή που βρέθηκε στον χώρο, στον Ρωμαίο μεγαλοκτηματία Caesius Victor.

Καλαμπάκι
Στο Καλαμπάκι έχουν βρεθεί πλήθος ρωμαϊκών αρχαιοτήτων σε επιφανειακές έρευνες, οι περισσότερες εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας. Σημαντικότερες είναι :
• Οδοδείκτης (milliarium) με επιγραφή που αναφέρεται σε ανακαίνιση της Εγνατίας οδού από το Δυρράχιο ως το Ακόντισμα (σταθμό της Εγνατίας Οδού στην περιοχή της Νέας Καρβάλης) ύστερα από μακρά περίοδο εγκατάλειψης.
• Ενεπίγραφη επιτύμβια στήλη που χρονολογείται κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ. Στο ανάγλυφο της στήλης απεικονίζεται ο νεκρός σε συμπόσιο ανάμεσα σε ένθρονες μορφές, προφανώς θεότητες του Κάτω Κόσμου.

Στα βόρεια της σύγχρονης κοινότητας, κατά την διάρκεια διάνοιξης αποστραγγιστικής αύλακος βρέθηκε απότμημα λατινικής επιγραφής καθώς και ενεπίγραφη επιτύμβια στήλη που χρονολογείται κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ. Στο ανάγλυφο της στήλης απεικονίζεται ο νεκρός σε συμπόσιο ανάμεσα σε ένθρονες μορφές, προφανώς θεότητες του Κάτω Κόσμου. Οι συγγενείς (γυναίκες και παιδιά) προσφέρουν εδέσματα και ποτά. Κάτω από τον νεκρόδειπνο υπάρχει ανάγλυφη παράσταση δύο ιππέων, πιθανόν των Διόσκουρων. Στην αποσπασματικά σωζόμενη ελληνική επιγραφή της στήλης διακρίνεται η ημερομηνία του θανάτου, η ηλικία του νεκρού και τμήματα

Βοϊράνη
Ανάμεσα στον Άγιο Αθανάσιο και στο Κεφαλάρι, κοντά στις πηγές της Βοϊράνης, εντοπίστηκαν τμήματα κτιρίων, επιγραφές, κεραμικά όστρακα και κομμάτια σαρκοφάγων που μαρτυρούν ότι και εκεί υπήρχε ρωμαϊκή κώμη. Στους πρόποδες του Κεφαλαρίου αποκαλύφθηκε το 1989 τμήμα του ρωμαϊκού αγωγού που υδροδοτούσε τους Φιλίππους από τις πηγές Βοϊράνης.

Αγωγός
Το σωζόμενο τμήμα του αγωγού που αποκαλύφτηκε είχε μήκος 65 μ. προς τα νοτιοανατολικά. Εξωτερικά η οροφή του αγωγού είναι αψιδωτή και γενικά ο αγωγός κατασκευάστηκε με μικρές ακανόνιστες πέτρες. Εσωτερικά η κατασκευή του αγωγού (με εσωτερικές διαστάσεις πλάτος 0,80 μ. και συνολικό ύψος 1,20 μ.) είναι πολύ επιμελημένη. Πήλινες πλάκες καλύπτουν τον πυθμένα του και τα πλευρικά τοιχώματά του διαμορφώνονται από στρώση ασβεστολιθικού κονιάματος, πάνω στο οποίο επιστρώθηκε λεπτότερο υδραυλικό επίχρισμα. Σε απόσταση 11,45 μ. από το βορειοδυτικό άκρο του σωζόμενου τμήματος του αγωγού αποκαλύφτηκε φρεάτιο εξαερισμού (με εξωτερικές διαστάσεις 1,70 μ. Χ 1,50 μ.). Το τμήμα αυτό του αγωγού στο Κεφαλάρι σχετίζεται άμεσα με σωζόμενο τμήμα αγωγού στο λόφο των Φιλίππων και με το υδραγωγείο της ρωμαϊκής αποικίας, το οποίο χρονολογείται στο 2ο μ.Χ. αιώνα.

Κεφαλάρι
Ρωμαίοι εγκαταστάθηκαν και στην ακρόπολη του Κεφαλαρίου, στο λόφο της Παναγίας, ο οποίος κατοικήθηκε μέχρι τους βυζαντινούς χρόνους (στην κορυφή του λόφου βρέθηκαν ρωμαϊκά όστρακα). Στο λόφο της Παναγίας, όπου πιθανόν είχε εγκαταστήσει το στρατόπεδό του ο Βρούτος το 42 π.Χ., βρέθηκε το 1961 ορειχάλκινος λύχνος του 4ου μ.Χ. αιώνα.

Πρόκειται για λύχνο (ύψους 0,14 μ. και πλάτους 0,14 μ. περίπου) που έχει τη μορφή γονατισμένου βάρβαρου αιχμαλώτου. Ο λύχνος αποτελείται από το σώμα, που γέμιζε λάδι το οποίο χυνόταν από την οπή που βρίσκεται στο λαιμό του βαρβάρου, το κεφάλι, που συγκρατιέται με έναν μεντεσέ στο πίσω τμήμα του λαιμού, και αλυσίδα μήκους 0,35 μ. μαζί με γάντζο. Τα χαρακτηριστικά του βαρβάρου (πλατύ σαρκώδες πρόσωπο, στρογγυλό και ελαφρά προτεταμένο πηγούνι, κοντή μύτη, σκεπασμένο από τα μαλλιά μέτωπο) ανήκουν πιθανόν σε γερμανικής καταγωγής αιχμάλωτο, ο οποίος εμφανίζεται με λυγισμένα γόνατα και δεμένα χέρια και φορά κοντή χειριδωτή χλαμύδα, δερμάτινα υποδήματα και περιλαίμιο δούλου.

Βυζαντινή εποχή
Σύμφωνα με την άποψη του Σταύρου Μερτζίδη κατά τη Βυζαντινή εποχή ονομαζόταν «Δόκαλον». Με την ονομασία «Δοξάτο» είναι γνωστό από το 1600 μ.Χ., που μάλλον οφείλεται στη θέση του στον ευρύ κάμπο (δοξάτο είναι το ευρύχωρο δωμάτιο του πρώτου ορόφου στα παραδοσιακά μακεδονικά σπίτια, που έχει ωραία θέα).

Βοϊράνη
Το 1971, ύστερα από υπόδειξη του αείμνηστου Θανάση Παπαζώτου βρέθηκε, μετά από ανασκαφή, ρωμαϊκή έπαυλη του 5ου αιώνα μ.Χ.

Γύρω στα 1600 υπάρχει γραπτή αναφορά στο όνομα "Δοξάτο" από μοναχό της μονής Εικοσιφοίνισσας.

Ο εντοπισμός το 1978 ακρόπολης ρωμαϊκών και βυζαντινών χρόνων στην οχυρή θέση Παναγιά, στα βόρεια του Κεφαλαρίου, μαρτυρεί τη συνέχιση της κατοίκησης στο Κεφαλάρι και κατά τη βυζαντινή περίοδο.

Βυζαντινοί Χρόνοι

Η ασφάλεια και ειρήνη που έδωσε στα χρόνια που πέρασαν, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στην πόλη, κινδύνεψαν στην εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Η εισβολή τον 4ο μ.Χ. αιώνα βαρβαρικών φύλων στα εδάφη του Βυζαντίου, αγγίζει και τους Φιλίππους. Βαρβαρικά φύλα φτάνουν μπροστά στην πόλη χωρίς όμως να καταφέρουν να την καταλάβουν. Το 473 μ.Χ. οι Γότθοι πλησίασαν στην περιοχή, πυρπόλησαν τα προάστιά της, την ίδια την πόλη όμως δεν μπόρεσαν να την καταλάβουν. Τους 7ο και 8ο μ.Χ. αιώνες ακολουθούν οι Σλαβικές επιδρομές. Αργότερα στις αρχές του 9ου αιώνα γίνονται οι Βουλγαρικές επιδρομές. Σε μια από αυτές τις επιδρομές το 837 μ.Χ. οι Βούλγαροι φθάνουν ως την πόλη και αφού πρωτύτερα οι κάτοικοι την εκκένωσαν, την κατέλαβαν και πάνω στις μαρμάρινες πλάκες του στυλοβάτη της νότιας κιονοστοιχίας της Βασιλικής Β', γράφουν το χρονικό της νίκης τους στην ελληνική γλώσσα. Οι Βούλγαροι αποσύρθηκαν γρήγορα και στο τέλος του 9ου αιώνα ολόκληρη η Ανατολική Μακεδονία οργανώθηκε από τους Βυζαντινούς. Τα τείχη της πόλης καθώς και η Ακρόπολη ανοικοδομούνται (963-969 μ.Χ.).
Στις θριαμβευτικές εκστρατείες του Βασιλείου Β' του Βουλγαροκτόνου από το 1004 έως το 1018 μ.Χ., πέρασαν πολλές φορές Βυζαντινά στρατεύματα από τους Φιλίππους. Λίγο αργότερα, στην εποχή των σταυροφοριών το 1097 μ.Χ., από τους Φιλίππους πέρασαν τα στρατεύματα της πρώτης σταυροφορίας.
Στα μέσα του 12ου αιώνα, ο Άραβας γεωγράφος Muhammad al-Idrisi μας δένει σημαντικά στοιχεία για την τότε εικόνα των Φιλίππων. Αναφέρει τους Φιλίππους σαν πόλη με ζωηρή εμπορική κίνηση, με καλλιέργειες αμπελιών και φυτειών κάθε είδους.
Επίσης η σημαντική θέση της πόλης πάνω στην μεγάλη οδική αρτηρία (Εγνατία) της περιοχής, είναι η αιτία επίσκεψης πολλών Αυτοκρατόρων. Όταν οι Φράγκοι κυρίευσαν την Κων/πολη, πέρασε από τους Φιλίππους δύο φορές, το 1204 μ.Χ., ο Φράγκος βασιληάς Βοδουίνος της Φλάνδρας. Το 1246 ο Αυτοκράτορας της Νίκαιας, Ιωάννης Βατάτζης, εκστρατεύει κατά των Βουλγάρων. Έρχεται στους Φιλίππους και συγκαλεί το πολεμικό του συμβούλιο. Ο ίδιος ξαναπερνά από την πόλη το 1252 μ.Χ. και συγκροτεί ένα ανώτατο δικαστήριο με σκοπό τη δίκη του Μιχαήλ Παλαιολόγου.
Τον 14ο αιώνα με τους εμφύλιους πολέμους των Ελλήνων βασιλέων και διεκδικητών του θρόνου, αναμίχθηκαν στον εμφύλιο Τούρκοι αλλά και Σέρβοι. Στους Φιλίππους στρατοπέδευσαν το 1327 μ.Χ. τα στρατεύματα του Ανδρόνικου Β' και το 1342 μ.Χ. τα στρατεύματα του Ιωάννη Κατακουζηνού. Η τελευταία αναφορά σε εκστρατεία των ιστορικών, που αφορά το όνομα των Φιλίππων, είναι το 1355 μ.Χ. όπου εκστρατεύει ο Αυτοκράτορας Ματθαίος Κατακουζηνός κατά των Σέρβων. Οι κάτοικοι της πόλης όμως έχοντας κάποια διένεξη με τον Αυτοκράτορα Ματθαίο Κατακουζηνό, παίρνουν μέρος στη σύλληψή του και τον παραδίνουν στον Σέρβο ηγεμόνα Vojhna.
Κατόπιν έρχονται οι Σελτζούκοι (Τούρκοι) οι οποίοι καταλαμβάνουν τις Σέρρες το 1383 μ.Χ., την Χριστούπολη (Καβάλα) το ίδιο έτος και την Θεσ/νίκη το 1387 μ.Χ. και εγκαθιδρύουν το Τουρκοκρατικό καθεστώς με διοίκηση και στρατό κατοχής.

Η περιοχή της Δράμας, με θρησκευτικό και διοικητικό κέντρο τους Φιλίππους, αποτέλεσε τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (324-1453 μ.Χ.). Την περιοχή λεηλάτησαν οι Ούννοι (435-447), οι Οστρογότθοι (471-473) και οι Βούλγαροι (Συμεών 893-927 και Σαμουήλ 976-1014) κατά την πρωτοβυζαντινή (324-565) και τη μεσοβυζαντινή (565-1081) περίοδο.

Η πόλη της Δράμας αναφέρεται αρχικά από τον Εβραίο Βενιαμίν από την Τουδέλη της Ισπανίας (1159-1173, αναφέρει ότι στην πόλη κατοικούσαν 140 Εβραίοι) και από το Βυζαντινό ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη (αναφέρει ότι την περίοδο 1185-1191 στην πόλη διέμενε ο πρώην σεβαστοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός). Στη Δράμα παρέμειναν επίσης ο κουροπαλάτης Αλέξιος Μανιάκης κατά το 12ο αιώνα και η σύζυγος του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (1282-1328) Ειρήνη Παλαιολογίνα κατά το πρώτο μισό του 14ου αιώνα (αναφορά από τον Βυζαντινό ιστορικό Νικηφόρο Γρηγορά).

Το πολίχνιον ή κάστρον της Δράμας και η περιοχή της καταλήφτηκε από τους Λατίνους της Δ΄ Σταυροφορίας λίγους μήνες μετά από την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης τον Απρίλιο του 1204 και τη μεταφορά της πρωτεύουσας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στη Νίκαια της Μικράς Ασίας. Το 1223/4 όμως ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Άγγελος Κομνηνός Δούκας (1215-1230) κατέλαβε την πόλη της Δράμας και διοικητής-επίτροπος της πόλης ορίστηκε ο Γεώργιος Κίνναμος (1224/5-1230). Το 1230 η περιοχή της Δράμας καταλαμβάνεται από τους Βουλγάρους, αλλά το 1245/6 την κατέκτησε ο αυτοκράτορας της Νίκαιας (1204-1261) Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης (1222-1254) και μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης στις 25 Ιουλίου 1261 από το στρατό της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας αποτέλεσε τμήμα της αναγεννημένης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο μόνος γνωστός Βυζαντινός διοικητής της πόλης κατά την παλαιολόγεια περίοδο (1261-1453) ήταν ο Λέων Καλόγνωμος, προκαθήμενος Δράμας (1317-1322, αναφέρεται σε έγγραφα του Αγίου Όρους και σώζεται σφραγίδα του).

Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Στ΄ Καντακουζηνός (1347-1354) αναφέρει τη Δράμα περιγράφοντας κινήσεις στρατευμάτων στα τέλη του 1327 και τις αρχές του 1328 κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου-Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου (1321-1328) και την άνοιξη του 1342 κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου ανάμεσα στον ίδιο τον Καντακουζηνό και τον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο (1341-1347), αναφέρει επίσης και την κώμη Κωδωνιανή (Κουδούνια).

Το 1345 ο ηγεμόνας της Σερβίας Στέφανος Δουσάν (1331-1355) κατέλαβε την Ανατολική Μακεδονία (τις Σέρρες στις 25 Σεπτεμβρίου 1345) εκτός από τη Χριστούπολη (Καβάλα). Κατά τη διάρκεια της σερβικής παρουσίας στη Δράμα (1345-1371) διοικητής της πόλης ήταν ο Σέρβος καίσαρας Βοΐχνας. Μετά τη μάχη του Έβρου στις 26 Σεπτεμβρίου 1371, όπου οι Τούρκοι νίκησαν τους Σέρβους, ο Βυζαντινός διοικητής της Θεσσαλονίκης δεσπότης Μανουήλ Παλαιολόγος κατέλαβε την Ανατολική Μακεδονία, αλλά το 1383 οι Τούρκοι κατέλαβαν την περιοχή (τις Σέρρες στις 19 Σεπτεμβρίου 1383).

Σταυροφορίες

Η περιοχή καταλήφθηκε από τους Λατίνους της Δ΄ Σταυροφορίας λίγους μήνες μετά από την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης τον Απρίλιο του 1204. Το 1223/4 όμως ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Άγγελος Κομνηνός Δούκας (1215-1230) κατέλαβε την περιοχή της Δράμας. Το 1230 η περιοχή της Δράμας καταλαμβάνεται από τους Βουλγάρους, αλλά το 1245/6 την κατέκτησε ο αυτοκράτορας της Νίκαιας (1204-1261) Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης (1222-1254) και μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης στις 25 Ιουλίου 1261 από το στρατό της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας αποτέλεσε τμήμα της αναγεννημένης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Σέρβοι και Τούρκοι

Το 1345 ο ηγεμόνας της Σερβίας Στέφανος Δουσάν (1331-1355) κατέλαβε την Ανατολική Μακεδονία (τις Σέρρες στις 25 Σεπτεμβρίου 1345) εκτός από τη Χριστούπολη (Καβάλα). Κατά τη διάρκεια της σερβικής παρουσίας στη Δράμα (1345-1371) διοικητής της πόλης ήταν ο Σέρβος καίσαρας Βοΐχνας. Μετά τη μάχη του Έβρου στις 26 Σεπτεμβρίου 1371, όπου οι Τούρκοι νίκησαν τους Σέρβους, ο Βυζαντινός διοικητής της Θεσσαλονίκης δεσπότης Μανουήλ Παλαιολόγος κατέλαβε την Ανατολική Μακεδονία, αλλά το 1383 οι Τούρκοι κατέλαβαν την περιοχή (τις Σέρρες στις 19 Σεπτεμβρίου 1383).

Τουρκοκρατία

Η περίοδος της τουρκοκρατίας ξεκινάει από το 1383 και φτάνει έως τις αρχές του 20ου αιώνα, με την κατάληψη της περιοχής από τους Βουλγάρους τον Οκτώβριο του 1912, κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, και την απελευθέρωση της από τον ελληνικό στρατό την 1η Ιουλίου 1913, κατά τη διάρκεια του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου.

Μετά την κατάληψη της περιοχής οι Τούρκοι εγκαταστάθηκαν στα πεδινά, στον Άγιο Αθανάσιο (Μπόργιανι) και στο Κεφαλάρι (Μπουνάρ Μπασί), ενώ οι Χριστιανοί πιθανόν συγκεντρώνονται στο Δοξάτο. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας καλλιεργούνταν ρύζι, βαμβάκι και καπνός και ήδη το 1600 το Δοξάτο ήταν μία πλούσια και όμορφη κωμόπολη.

Σε χειρόγραφο του 17ου αιώνα (με πολλά αρχαιότερα μνημονευόμενα τοπωνύμια) από την Ιερά Μονή της Παναγίας της Αχειροποίητου του Παγγαίου (Εικοσιφοίνισσας) αναφέρεται ο όρος Δοξάτο (Δοξάτου). Η ονομασία του Δοξάτου οφείλεται πιθανόν στη θέση του στον ευρύ κάμπο –δοξάτο είναι το ευρύχωρο δωμάτιο του πρώτου ορόφου στα παραδοσιακά μακεδονικά σπίτια.

Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή το 17ο αιώνα αναφέρεται στο Δοξάτο: Κατά την εκ Καβάλας προς Βορράν πορείαν μου, διήλθον εκ του χωρίου Μπόργιανι (Άγιος Αθανάσιος) και μετά ολίγην ώραν έφθασα εις κωμόπολιν που λέγεται Δοξάτον. Η κωμόπολις αύτη κειμένη εις ωραίαν τοποθεσίαν περιβάλλεται από κήπους και αμπελώνας και περιλαμβάνει τριακοσίας οικίας, ένα τέμενος, ένα ιεροσπουδαστήριον, λουτρόν και μερικά καταστήματα.

Και η ιστορία συνεχίζεται...
Τα επόμενα χρόνια είναι δραματικά για την περιοχή μας. Το Δοξάτο καταστρέφεται, η περιοχή του απελευθερώνεται, ανταλλάσει τους κατοίκους του, ενδυναμώνεται με τους πρόσφυγες που με το πείσμα και την εργατικότητα τους παλεύουν για ένα καλύτερο αύριο. ..

Comment (0) Hits: 1429

Οι σφαγές του Δοξάτου

Υλικό από το Κέντρο Κέντρο Προσφυγικής Μνήμης του Αγίου Αθανασίου

Εισαγωγή

Η νεότερη και σύγχρονη ιστορία του σημερινού Δήμου Δοξάτου σημαδεύτηκε από τα δραματικά γεγονότα στις τρεις σύντομες αλλά βίαιες περιόδους βουλγαρικής κατοχής.
Η πρώτη περίοδος (1912-1913) προηγήθηκε της απελευθέρωσης της περιοχής από τον ελληνικό στρατό και σημαδεύτηκε από την καταστροφή του Δοξάτου στις 30 Ιουνίου 1913.
Η δεύτερη περίοδος (1916-1918) ήταν εξίσου σκληρή και χαρακτηρίστηκε από τη βίαιη μεταφορά του ανδρικού χριστιανικού πληθυσμού σε καταναγκαστικά έργα στη Βουλγαρία και την πείνα που προκάλεσε μεγάλο αριθμό θανάτων στα όρια του σημερινού Δήμου Δοξάτου.
Η τρίτη περίοδος (1941-1944) χαράχτηκε στη μνήμη των κατοίκων για τα σκληρά αντίποινα σε βάρος των κατοίκων του Δοξάτου και των Κυργίων τον Σεπτέμβριο του 1941, αμέσως μετά την εκδήλωση ένοπλων επιθέσεων εναντίον βουλγαρικών στόχων από τον Χαμαλίδη και τους άντρες του.

Η αφετηρία της ελληνοβουλγαρικής αντιπαράθεσης

Στα μέσα του 19ου αιώνα η Ρωσία επιχείρησε να προκαλέσει την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των υπόδουλων Σλάβων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1870, με σουλτανικό φιρμάνι, ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εξαρχία (αυτόνομη βουλγαρική Εκκλησία) παρά τη διαφωνία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Σύμφωνα με το φιρμάνι, αν τα 2/3 τουλάχιστον των ορθόδοξων κατοίκων μιας εκκλησιαστικής περιφέρειας εκδήλωναν την επιθυμία να υπαχθούν στη βουλγαρική Εκκλησία, τότε η επαρχία αυτή θα μπορούσε να αποσπασθεί από τη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
Η συγκεκριμένη διάταξη έγινε αφορμή για τη διείσδυση της βουλγαρικής προπαγάνδας σε σλαβόφωνα χριστιανικά χωριά της Δράμας που ήταν μέχρι τότε πιστά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Απώτερος στόχος ήταν η ειρηνική ή βίαιη προσχώρηση των κατοίκων όχι μόνο στη βουλγαρική Εκκλησία αλλά και στη Μεγάλη Ιδέα για τη δημιουργία βουλγαρικού κράτους μέχρι τα παράλια του Αιγαίου Πελάγους. Το φιλόδοξο σχέδιο για τη ίδρυση της Μεγάλης Βουλγαρίας προβλεπόταν στη ρωσοτουρκική συμφωνία του Αγίου Στεφάνου (1878), η οποία δεν έγινε τελικά αποδεκτή από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής.
Η παρουσία των πατριαρχικών στα σλαβόφωνα χωριά και του συμπαγούς ελληνόφωνου πληθυσμού στην πόλη της Δράμας και στην ύπαιθρο, όπως στο Δοξάτο, στην Τσατάλτζα (Χωριστή), στο Εδίρνετζικ (Αδριανή), στην Προσοτσάνη ήταν εμπόδιο στα βουλγαρικά επεκτατικά σχέδια.

Το αποτυχημένο σχέδιο για τη σφαγή των χριστιανών του Δοξάτου

Μετά την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870), που οδήγησε στο σχίσμα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο (1872), η αποστολή Βούλγαρων κληρικών και δασκάλων, όπως και η ίδρυση βουλγαρικών εκκλησιών σε ορισμένα σλαβόφωνα χωριά της Δράμας, προκάλεσε την αντίδραση της Μητρόπολης Δράμας και του ελληνικού υποπροξενείου Καβάλας. Εκτός από την ενίσχυση της εκκλησιαστικής οργάνωσης και της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης των σλαβόφωνων που ήταν πιστοί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στην ενίσχυση του ελληνικού πληθυσμού στην ύπαιθρο, όπως στο Δοξάτο. Η εκπαιδευτική και πολιτιστική οργάνωση των Ελλήνων, οι οποίοι άρχισαν να ευημερούν χάρη στην καλλιέργεια και την εμπορία του καπνού, θα ενίσχυε την αφύπνιση της ελληνικής συνείδησης των κατοίκων και θα λειτουργούσε σαν εμπόδιο στα βουλγαρικά σχέδια.
Αυτήν την ταραγμένη εποχή το Δοξάτο αντιμετώπισε, για πρώτη φορά, τον κίνδυνο της καταστροφής. Το 1876, κατά τη διάρκεια της λεγόμενης Ανατολικής Κρίσης (1875-1878), όταν οι υπόδουλοι βαλκανικοί λαοί επαναστάτησαν εναντίον των Οθωμανών, υπήρχε προμελετημένο σχέδιο για τη σφαγή των χριστιανών του Δοξάτου από τους εξαγριωμένους Μουσουλμάνους της περιοχής και ομόθρησκους πρόσφυγες από τη βαλκανική ενδοχώρα. Η σφαγή ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή με εντολή της οθωμανικής διοίκησης.

Το Δοξάτο και τα «χρυσά» φύλλα του καπνού

Η καλλιέργεια του καπνού στη Δράμα άρχισε περίπου το 1775 και απέκτησε σημασία για τις διεθνείς αγορές, εξαιτίας της υψηλής ποιότητάς του, γύρω στο 1840. Από το 1883 το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής εξάγεται από το λιμάνι της Καβάλας προς την Ευρώπη και την Αίγυπτο. Από το 1902-1903 η ραγδαία αύξηση της ζήτησης στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και στην Ευρώπη προκάλεσε απότομη αύξηση της παραγωγής καπνού, των τιμών παραγωγού-εμπόρων και των ημερομισθίων των χιλιάδων εργατών στις καπναποθήκες. Η τελευταία δεκαετία της οθωμανικής κυριαρχίας (1903-1912) ήταν μια χρυσή εποχή για την τοπική οικονομία.
Στα όρια του σημερινού δήμου Δοξάτου υπήρχαν δύο από τις σημαντικότερες περιοχές καλλιέργειας καπνού της ποικιλίας «Μπασμά»: η περιοχή Κιρ (από την τουρκική ονομασία των Κυργίων) ή Κιουτσούκ Μαχαλά και η περιοχή Δοξάτου-Χωριστής-Αδριανής.
Οι κάτοικοι του Δοξάτου φημίζονταν για την προσεκτική καλλιέργεια του καπνού και την επιδεξιότητά τους κατά την επεξεργασία του πριν από την παράδοση της παραγωγής στον έμπορο. Ο καπνός του Δοξάτου είχε εξαιρετικό χρώμα και υφή, ενώ τα δέματα συσκευασίας θεωρούνταν μικρά καλλιτεχνήματα. Η παραγωγή της κωμόπολης εξάγονταν κυρίως στην Ευρώπη.

Ο κόσμος του καπνού στο Δοξάτο

Όταν η καλλιέργεια του καπνού γνώρισε εντυπωσιακή αύξηση (1903-1912), η παραγωγή στον κάμπο του Δοξάτου ήταν πλούσια και ανερχόταν σε 650.000 έως 750.000 κιλά κάθε χρόνο. Η αξία της υπολογίζεται σε 3.000.000 δραχμές εκείνης της εποχής. Ένα μέρος των χρημάτων κατέληγε με τη μορφή φόρων στο δημόσιο οθωμανικό ταμείο (περίπου το 12%). Κάθε χρόνο οι παραγωγοί δανείζονταν 40.000 οθωμανικές λίρες από τις τράπεζες και τα χρήματα επιστρέφονταν μαζί με τους τόκους μετά την πώληση των καπνών. Παρά τα έξοδα και τους φόρους οι παραγωγοί του Δοξάτου εξασφάλιζαν ικανοποιητικό εισόδημα.
Αρκετοί Δοξατινοί εργάζονταν παράλληλα στις καπναποθήκες της Δράμας και της Καβάλας κερδίζοντας ικανοποιητικά ημερομίσθια, αν και οι συνθήκες εργασίας ήταν εξαιρετικά δύσκολες (πολλές ώρες καθημερινής εργασίας, ανθυγιεινές συνθήκες, ελάχιστα δικαιώματα).
Από την κατηγορία των εμπορευόμενων και των παραγωγών στο Δοξάτο, αναδείχτηκε μια ομάδα μεσιτών και καπνεμπόρων που κέρδιζαν αρκετά χρήματα από το καπνεμπόριο. Η παρουσία των ντόπιων μεσιτών και καπνεμπόρων ήταν απαραίτητη για τις ευρωπαϊκές εταιρείες καπνού (τους αγοραστές), καθώς οι πρώτοι γνώριζαν τα μυστικά της παραγωγής και της επεξεργασίας του πολύτιμου προϊόντος και εξασφάλιζαν τις καλύτερες σοδιές για τις εταιρείες.

Η Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα Δοξάτου

Στα μέσα περίπου του 17ου αιώνα (1667), ο περιηγητής Εβλιά Τσελεμπί χαρακτήρισε το Δοξάτο «μια παραμυθένια πολιτεία του καζά της Δράμας στην πεδιάδα τη γεμάτη αμπέλια...με καλοφτιαγμένα οικοδομήματα». Στις αρχές του 20ού αι., Έλληνες και ξένοι επισκέπτες δήλωναν εξίσου εντυπωσιασμένοι από το Δοξάτο. Πριν από το 1913 είχε «όψιν πόλεως» εξαιτίας των καλαίσθητων σπιτιών και κατείχε «την πρώτην μετά την Δράμαν εν τω τμήματι τούτων θέσιν» (εφημερίδα «Νέα Αλήθεια», 4.9.1904).
Αν και η κωμόπολη είχε μικτό πληθυσμό, η Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα Δοξάτου ήταν μεγαλύτερη, πιο οργανωμένη και πλουσιότερη από τη μουσουλμανική. Κύριο γνώρισμα των Ελλήνων ήταν η αγάπη για τα γράμματα και την πρόοδο.
Η Κοινότητα λειτουργούσε αρρεναγωγείο από το 1876 και παρθεναγωγείο μαζί με νηπιαγωγείο από το 1878. Στο Δοξάτο υπήρχαν ακόμη η Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα «Οι Φίλιπποι» (1874), που διατηρούσε αναγνωστήριο και φιλαρμονική σε τριώροφο κτίριο, η «Αρχαιολογική Εταιρεία» (1879) για τη διάσωση των αρχαιοτήτων, «Η Ένωσις» που διοργάνωνε σχολικούς γυμναστικούς αγώνες από το 1907-1908, η «Φιλόπτωχος Αδελφότης των Παρεπιδημούντων» (πριν από το 1909). Το δίκτυο σωματείων ήταν απόδειξη του φιλοπρόοδου πνεύματος των Ελλήνων κατοίκων.
Στις αρχές του 20ού αι., η Κοινότητα έχτισε με δικές της δαπάνες (5.000 οθωμανικές λίρες) νέα εκπαιδευτήρια που έφεραν τη σφραγίδα του σπουδαίου Αυστριακού αρχιτέκτονα Κόνραντ Φον Βίλας. Το κτίριο λειτούργησε για πρώτη φορά το 1910 στεγάζοντας το αρρεναγωγείο και το παρθεναγωγείο της κοινότητας.

Δοξατινοί στον Μακεδονικό Αγώνα

Η ευημερία του τόπου από την καλλιέργεια και το εμπόριο του καπνού προσέλκυσε τους οπαδούς της βουλγαρικής Εξαρχείας παρά την απουσία σλαβόφωνων πληθυσμών στο νότιο τμήμα της πεδιάδας της Δράμας. Η ελληνική αντίδραση στην τρομοκρατική δράση των κομιτατζήδων σε βάρος των Ελλήνων της Δράμας άρχισε να οργανώνεται το 1902 από τον νέο Μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομο Καλαφάτη (τον μετέπειτα Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Σμύρνης) και τον βοηθό του αρχιδιάκονο Θεμιστοκλή Χατζησταύρου. Η αντίδραση έλαβε τη μορφή ένοπλου αγώνα, με τοπικές επιτροπές άμυνας στις πόλεις και στα χωριά κατά την περίοδο της λεγόμενης ελληνικής αντεπίθεσης στη Μακεδονία (1905-1906).
Στην περιοχή της Δράμας και της Καβάλας, η αντεπίθεση ξεκινά αμέσως μετά την τοποθέτηση του σημαιοφόρου του Πολεμικού Ναυτικού Στυλιανού Μαυρομιχάλη στο ελληνικό υποπροξενείο της Καβάλας. Ο Μαυρομιχάλης ανέλαβε τη διεύθυνση του λεγόμενου Εθνικού Κέντρου Καβάλας, το οποίο είχε την ευθύνη για την οργάνωση και τον συντονισμό όλων των μυημένων στον Μακεδονικό Αγώνα στην περιοχή της Δράμας.
Στο Δοξάτο, με την πλειοψηφία των Ελλήνων κατοίκων, οργανώθηκε επιτροπή άμυνας και ομάδα κρούσης για δυναμικές ενέργειες εναντίον των κομιτατζήδων. Μεταξύ των μυημένων κατοίκων ξεχώρισε ο Θεόδωρος Τζίμος για το απαράμιλλο θάρρος και τη γενναιότητά του στον ένοπλο αγώνα. Ένας άλλος Δοξατινός, ο Δημήτριος Κομίτης, ήταν μέλος του ανταρτικού σώματος του Μακεδονομάχου ανθυπολοχαγού Κωνσταντίνου Νταή (καπετάν Τσάρα), ο οποίος έδρασε στην περιοχή του Παγγαίου (1907-1908). Ο Θεόδωρος Τζήμος συνελήφθη και υπέστη μαρτυρικό θάνατο στην πρώτη βουλγαρική κατοχή (1912-1913).

Το χρονικό της σφαγής στο Δοξάτο (1913)

Η περιοχή της Δράμας πέρασε στην κατοχή της Βουλγαρίας στον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο. Μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου και την παραίτηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τα βαλκανικά εδάφη της (30 Μαΐου 1913), η Βουλγαρία επιχείρησε να αιφνιδιάσει τους πρώην συμμάχους της, την Ελλάδα και τη Σερβία, και να κατοχυρώσει τα παραπάνω εδάφη. Ο Δεύτερος Βαλκανικός Πόλεμος ήταν μια εξαιρετικά σύντομη αλλά και βίαιη σύγκρουση μεταξύ των πρώην συμμάχων του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου (16 Ιουνίου-18 Ιουλίου 1913).
Στις 29 Ιουνίου 1913 (παλαιό ημερ.), μικρή δύναμη Ελλήνων ατάκτων που βρέθηκε στο Δοξάτο επιτέθηκε σε Βούλγαρους στρατιώτες κατά την υποχώρησή τους από την Καβάλα. Το πρωί της Κυριακής 30 Ιουνίου, δύναμη 120 ανδρών του βουλγαρικού ιππικού, με επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Μπάρνεφ (ή Μπίρνεφ) και την υποστήριξη δύο λόχων πεζικού και τεσσάρων πολυβόλων, περικύκλωσε την κωμόπολη του Δοξάτου.
Οι Έλληνες κάτοικοι ήταν συγκεντρωμένοι στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου για τη γιορτή των Δώδεκα Αποστόλων. Πληροφορούμενοι τις κινήσεις του βουλγαρικού στρατού, άλλοι κατέφυγαν πανικόβλητοι σε σπίτια και άλλοι κατευθύνθηκαν προς τους αγρούς και γειτονικά χωριά. Αρχικά τα πυροβόλα έβαλλαν με τουλάχιστον 50 οβίδες εναντίον της ελληνικής συνοικίας του Δοξάτου και στη συνέχεια το ιππικό επιτέθηκε στους αλλόφρονες κατοίκους γύρω από την κωμόπολη με σκοπό να τους εξοντώσει και όχι να τους συλλάβει. Ταυτόχρονα, το πεζικό ανέλαβε εκκαθαριστική επιχείρηση στο Δοξάτο δολοφονώντας αδιακρίτως και διαρπάζοντας χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα από τα θύματα. Από τις 8.30 το πρωί της ίδιας ημέρας άρχισε η πυρπόληση της ελληνικής συνοικίας και ο βουλγαρικός στρατός αποχώρησε το απόγευμα της ίδιας ημέρας.
Η καταστροφή ολοκληρώθηκε με τη δολοφονία Ελλήνων του Δοξάτου και τη λεηλασία των περιουσιών τους από Τούρκους κατοίκους της κωμόπολης και των γύρω μουσουλμανικών χωριών.

Ο απολογισμός της καταστροφής του Δοξάτου

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ελληνικών αρχών, 240 σπίτια, 80 καταστήματα και 10 αποθήκες καπνού, όλα ελληνικής ιδιοκτησίας, καταστράφηκαν από την πυρκαγιά. Γλίτωσαν 40 περίπου ελληνικά σπίτια τα οποία γειτνίαζαν με την τουρκική συνοικία. Οι ζημίες από την πυρκαγιά υπολογίζονταν σε 14-15.000.000 γαλλικά φράγκα. Οι ανθρώπινες απώλειες ανέρχονταν σε περίπου 500 θύματα, τα περισσότερα από τα οποία δολοφονήθηκαν με άγριο τρόπο. Ξεκληρίστηκαν ολόκληρες οικογένειες και μεγάλος αριθμός τραυματιών όλων των ηλικιών νοσηλευόταν στο νοσοκομείο της Δράμας με τραύματα από ξίφη, όπλα και θραύσματα οβίδων. Άγνωστος αριθμός γυναικών βιάστηκε από Βούλγαρους στρατιώτες. Ένας μικρός αριθμός θυμάτων καταγράφτηκε στη γειτονική Μπόργιανη (σημ. Άγιο Αθανάσιο), ενώ καταστράφηκαν και 10 ελληνικά σπίτια. Σύμφωνα με τους κατοίκους του Δοξάτου, οι Βούλγαροι και οι Τούρκοι άρπαξαν τουλάχιστον 25.000 οθωμανικές λίρες σε μετρητά, καθώς είχε προηγηθεί η πώληση των καπνών. Οι ψυχρές εκθέσεις των στρατιωτικών και πολιτικών αρχών ήταν αδύνατο να καταγράψουν τον πόνο και τα ψυχικά τραύματα των διασωθέντων από την ακατανόητη σφαγή των αθώων κατοίκων.

Η διάσωση κατοίκων του Δοξάτου από Μουσουλμάνους

Οι περισσότεροι Μουσουλμάνοι κάτοικοι του Δοξάτου συμμετείχαν ή παρακολουθούσαν από απόσταση τη σφαγή και τη λεηλασία της περιουσίας των Ελλήνων. Αντίθετα, οι αδερφοί Ομέρ και Χαφούζ Σαλήχ και οι αδερφοί Ποπλιάκ και Χασάν Μουσταφά προστάτευσαν εκατοντάδες Έλληνες διακινδυνεύοντας τη ζωή τους μπροστά στο μένος των Βούλγαρων στρατιωτών και των Μουσουλμάνων συγχωριανών τους. Σύμφωνα με μαρτυρίες και επίσημες αναφορές, οι αδερφοί Σαλήχ διέσωσαν περίπου 160 Έλληνες του Δοξάτου και οι αδερφοί Μουσταφά περισσότερους από 100 Έλληνες. Μετά την καταστροφή του Δοξάτου, οι κάτοικοι προστάτευσαν τους παραπάνω Μουσουλμάνους από πράξεις αντεκδίκησης των πρώτων Ελλήνων στρατιωτών που απελευθέρωσαν την κωμόπολη. Από τους πρώην Μουσουλμάνους κατοίκους, μόνον οι αδερφοί Σαλήχ και οι αδερφοί Μουσταφά παρέμειναν στο Δοξάτο μετά την καταστροφή του 1913 διατηρώντας την ακίνητη και κινητή περιουσία τους.

Ο ελληνικός και διεθνής αντίκτυπος της καταστροφής του Δοξάτου

Η καταστροφή του Δοξάτου προκάλεσε πανελλήνια συγκίνηση και η κωμόπολη θεωρήθηκε αμέσως εθνικό σύμβολο στον αγώνα των Ελλήνων κατοίκων της Μακεδονίας για την απελευθέρωση, σύμφωνα με τον Δοξατινό καθηγητή ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ευάνθη Χατζηβασιλείου. Επίσης, αυτή η τραγωδία προκάλεσε το διεθνές ενδιαφέρον για τη διερεύνηση των βιαιοτήτων εναντίον αμάχων στους Βαλκανικούς Πολέμους.
Το ενδιαφέρον οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις φωτογραφίες ξένων παρατηρητών, όπως του Άγγλου πλοιάρχου Κάρντεηλ και του Γάλλου δημοσιογράφου Ρενέ Πυώ, οι οποίοι βρέθηκαν στο Δοξάτο και δημοσίευσαν φωτογραφίες των θυμάτων και της κατεστραμμένης κωμόπολης στον ελληνικό και διεθνή Τύπο, όπως στα γαλλικά έντυπα Excelsior και L'Illustration και στην αγγλική Illustrated London News. Οι εικόνες της καταστροφής του Δοξάτου πέρασαν γρήγορα και σε εφημερίδες στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής προκαλώντας παγκόσμια συγκίνηση.
Σύμφωνα με τον Ευάνθη Χατζηβασιλείου, «οι φωτογραφίες από την κωμόπολη του Δοξάτου αποτελούν καμπή στην ιστορία της διεθνούς πολεμικής ανταπόκρισης. Πρόκειται για την πρώτη γνωστή περίπτωση κατά την οποία διεθνείς ανταποκριτές και φωτογράφοι μπήκαν σε μια πόλη αμέσως μετά την καταστροφή της. Οι φωτογραφίες, επομένως, μάρτυρες αδιάψευστοι μιας έως τότε ανήκουστης τραγωδίας που διαφορετικά ίσως να μην γινόταν κατανοητή από την κοινή γνώμη, έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στην ανάδειξη του μαρτυρικού χαρακτήρα του Δοξάτου τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό».

Ο «ελληνοβουλγαρικός πόλεμος» για τις ευθύνες της καταστροφής

Η καταστροφή του Δοξάτου, των Σερρών και της Νιγρίτας προκάλεσε πανελλήνια συγκίνηση και παγκόσμια αίσθηση. Μεγάλα συλλαλητήρια οργανώθηκαν σε ελληνικές πόλεις, ενώ η ελληνική κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε στις Μεγάλες Δυνάμεις για τις βουλγαρικές ακρότητες. Η βουλγαρική κυβέρνηση υπεραμύνθηκε των πράξεων του στρατού, ισχυριζόμενη πως οι δυνάμεις του αντιμετώπισαν επιθέσεις ανταρτών και δεν προχώρησαν σε αντίποινα εναντίον αμάχων. Αντεπιτέθηκε στην ελληνική πλευρά παρουσιάζοντας δικό της κατάλογο με ελληνικές ακρότητες κατά τους βαλκανικούς πολέμους. Τόσο η ελληνική όσο και η βουλγαρική πλευρά επιδίωκε να προβάλλει το ζήτημα των πολεμικών ακροτήτων για να κατοχυρώσει οφέλη στις διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό των νέων συνόρων με τη συνθήκη ειρήνης του Βουκουρεστίου στις 28 Ιουλίου 1913.

Η ώρα της Δικαιοσύνης

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και η κυβέρνηση Βενιζέλου δεσμεύτηκαν για την άμεση απονομή δικαιοσύνης μετά την καταστροφή του Δοξάτου. Το έκτακτο στρατοδικείο Θεσσαλονίκης καταδίκασε σε θάνατο έξι Βούλγαρους στρατιώτες για συμμετοχή στα γεγονότα. Ωστόσο, οι κύριοι υπεύθυνοι, οι αξιωματικοί του βουλγαρικού στρατού, διέφυγαν στη χώρα τους.
Στη Δράμα οι ελληνικές αρχές συνέλαβαν αρκετούς Μουσουλμάνους κατοίκους του Δοξάτου και τους οδήγησαν στη φυλακή. Η υπόθεση εκδικάστηκε αρκετές φορές σε δικαστήρια της Δράμας, της Καβάλας και της Θεσσαλονίκης από το 1915 έως το 1923. Ωστόσο, παραλείψεις των ανακριτικών αρχών και πολιτικές παρεμβάσεις οδηγούσαν συνεχώς την εκδίκαση της υπόθεσης σε αναβολή.
Τον Μάιο του 1923, το Στρατοδικείο της Δράμας καταδίκασε 17 Μουσουλμάνους σε θάνατο, 4 άλλους σε 20ετή κάθειρξη ενώ απάλλαξε 2 από τις κατηγορίες. Ο επίλογος των δραματικών γεγονότων γράφτηκε δέκα χρόνια μετά την καταστροφή του Δοξάτου, με την εκτέλεση των 17 Μουσουλμάνων στη θέση Μπες-Τσινάρ (Πέντε Πλατάνια) έξω από το Δοξάτο στις 6π.μ. την Τρίτη 22 Μαΐου 1923. Στο ίδιο ακριβώς σημείο Βούλγαροι στρατιώτες είχαν μεταφέρει και δολοφονήσει άγρια Έλληνες του Δοξάτου το 1913.

Η δεύτερη βουλγαρική κατοχή (1916-1918) - Ομηρία και πείνα

Η δεύτερη βουλγαρική κατοχή στην περιοχή της Δράμας (Αύγ. 1916-Σεπτ. 1918) δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή, καθώς συνδέεται με τις καταστροφικές συνέπειες του Εθνικού Διχασμού ανάμεσα στον Βασιλιά Κωνσταντίνο και τον Ελευθέριο Βενιζέλο και έγινε προσπάθεια αποσιώπησης της κατοχής και συγκάλυψης των ευθυνών της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας.
Στο Δοξάτο οι Έλληνες κάτοικοι είχαν μόλις αρχίσει να συνέρχονται από την καταστροφή του 1913 χάρη στη συνέχιση της μεγάλης παραγωγής καπνού, στην εγκατάσταση Ελλήνων προσφύγων από τη βουλγαροκρατούμενη Θράκη (κυρίως από τον Κιρκά ή σημ. Κίρκη του Έβρου) και στη βοήθεια του ελληνικού κράτους.
Από την έναρξη της κατοχής οι βουλγαρικές αρχές έλαβαν μέτρα για την τρομοκράτηση των κατοίκων και τη λεηλασία των περιουσιών τους. Από τον Σεπτέμβριο του 1916 έως τον Ιούνιο του 1917, 701 άνδρες από το Δοξάτο εξορίστηκαν στο εσωτερικό της Βουλγαρίας όπου εργάστηκαν κάτω από άθλιες συνθήκες σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Τουλάχιστον 82 από αυτούς έχασαν τη ζωή τους από τις ασθένειες και τις κακουχίες. Στο Δοξάτο η απουσία του ανδρικού πληθυσμού, η λεηλασία της παραγωγής και της περιουσίας οδήγησε τους υπόλοιπους κατοίκους στη λιμοκτονία και προκάλεσε 200 θανάτους από την πείνα.
Οι νέες μεγάλες ανθρώπινες απώλειες στο ελληνικό στοιχείο αντιμετωπίστηκαν μερικά χρόνια αργότερα με την εγκατάσταση 10.500 προσφύγων από τη Θράκη, τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. Μια νέα εποχή δημιουργίας ξεκινούσε για την πολύπαθη περιοχή.

Η τρίτη βουλγαρική κατοχή (1941-1944) και το ένοπλο κίνημα στην περιοχή

Στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η περιοχή του Δήμου Δοξάτου κατελήφθη από τον βουλγαρικό στρατό και οι ελληνικές αρχές αντικαταστάθηκαν αμέσως από εκπροσώπους των αρχών κατοχής. Η Βουλγαρία εφάρμοσε συστηματικό και βίαιο πρόγραμμα εκβουλγαρισμού των κατοίκων προκειμένου να επιτύχει την αλλαγή των συνόρων στο τέλος του πολέμου σύμφωνα με τα παλαιά σχέδια της Μεγάλης Βουλγαρίας.
Μετά τον Απρίλιο του 1941, η συστηματική πολιτική καταπίεσης των Ελλήνων κατοίκων από τις βουλγαρικές αρχές προκάλεσε μεγάλο κύμα φυγής των κατοίκων στη γερμανοκρατούμενη Ελλάδα και τη συγκρότηση των πρώτων αντιστασιακών ομάδων στην περιοχή. Στο βουνό πάνω από τα Κύργια οργανώθηκε ομάδα 120 περίπου ενόπλων με πρωτοβουλία του ποντιακής καταγωγής Αλέκου Χαμαλίδη, γραμματέα του κομμουνιστικού κόμματος στη Δράμα. Σκοπός του αρχηγού τους ήταν η απελευθέρωση της περιοχής από τον κατακτητή. Η μικρή δύναμη του Χαμαλίδη, η έλλειψη στρατιωτικής εμπειρίας, ο φτωχός πολεμικός εξοπλισμός και η αποτυχία πρόκλησης λαϊκής εξέγερσης καθιστούσαν αδύνατη την επιτυχία του φιλόδοξου στόχου.
Στις 28 Σεπτεμβρίου 1941, οι άνδρες του Χαμαλίδη επιτέθηκαν ταυτόχρονα σε διάφορους στόχους στη Δράμα, στο Δοξάτο, στον Άγιο Αθανάσιο, στα Κύργια και σε άλλα χωριά. Εκτός από την εκτέλεση επιχειρήσεων σαμποτάζ, οι αντάρτες σκότωσαν Βούλγαρους κρατικούς υπαλλήλους και χωροφύλακες, όπως και ορισμένους Έλληνες συνεργάτες. Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, ισχυρές βουλγαρικές δυνάμεις απώθησαν τους αντάρτες στο βουνό και προχώρησαν σε μαζικά αντίποινα. Ύστερα από την καταδίωξη των ανταρτών και τα βουλγαρικά αντίποινα, το λεγόμενο κίνημα ή «επανάσταση» διαλύθηκε.
Στη μεταπολεμική περίοδο, η ένοπλη δράση του Χαμαλίδη το 1941 δίχασε τους ιστορικούς, τους ιστοριογράφους και την κοινή γνώμη όσον αφορά τον αυθόρμητο χαρακτήρα της κίνησης, τους πραγματικά υπεύθυνους και τις προθέσεις τους.

(Σημείωση: Για περισσότερα σχετικά, στην ενότητα Ιστορικές Μελέτες και Άρθρα - Για τα γεγονότα στην περιοχή μας τον Σεπτέμβριο του 1941, που έμειναν γνωστά ως "Σεπτεμβριανά").

Τα βουλγαρικά αντίποινα εναντίον των αμάχων

Οι βουλγαρικές αρχές κατοχής απάντησαν στις ένοπλες επιθέσεις με σκληρά αντίποινα κυρίως εναντίον των ανυπεράσπιστων και αθώων αμάχων. Από τις 29 Σεπτεμβρίου έως τις 4 Οκτωβρίου 1941, έγιναν ομαδικές εκτελέσεις, πυρπολήσεις χωριών, βιασμοί γυναικών, συλλήψεις και βασανιστήρια στους νομούς της Δράμας (κυρίως), της Καβάλας και των Σερρών. Σύμφωνα με τους ιστορικούς ερευνητές Δημήτρη Πασχαλίδη και Τάσο Χατζηαναστασίου, τουλάχιστο 2.140 άνδρες και γυναικόπαιδα σε 102 πόλεις και χωριά έχασαν τη ζωή τους.
Στην τοπική ιστορία τα θλιβερά αυτά γεγονότα έμειναν γνωστά ως «οι σφαγές της Δράμας». Στα όρια του σημερινού δήμου Δοξάτου υπήρξαν 372 θύματα και αναφέρονται νεκροί σχεδόν σε όλα τα χωριά. Ομαδικές εκτελέσεις κατοίκων από τον βουλγαρικό στρατό έγιναν στο Δοξάτο με 200 θύματα και στα Κύργια με 144 θύματα (35 από αυτά στην ορεινή περιοχή «Καρά Ορμάν»). Άλλα 28 θύματα υπήρξαν στον Άγιο Αθανάσιο, στην Αγία Παρασκευή, στην Αγορά, στον Αίγειρο, στο Καλαμπάκι, στον Καλαμώνα, στο Κεφαλάρι, στον Νεροφράκτη και στη Φτελιά.
Η ελληνική πολιτεία αναγνώρισε το Δοξάτο ως μαρτυρική πόλη για τις θυσίες του στους αγώνες των Ελλήνων για την ελευθερία (1998), ενώ η γειτονική Βουλγαρία δεν ζήτησε ποτέ συγνώμη από τους κατοίκους για την άδικη αιματοχυσία.

Comment (0) Hits: 1716

Επεισόδιο ενός ακήρυκτου πολέμου στην Μπόιραν του 1908

του Βασίλη Χ. Ριτζαλέου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Βοϊράνη, τεύχος 42,έτος 1999

Στην πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα βρισκόταν σε εξέλιξη μια ιδιαίτερα βίαιη ένοπλη σύγκρουση ανάμεσα στο ελληνικό και στο βουλγαρικό στοιχείο σε ολόκληρη, την τουρκοκρατούμενη ακόμη, Μακεδονία. Το βόρειο τμήμα του νομού μας συγκλονιζόταν από τις δολοφονίες, τις απαγωγές, την καταστροφή περιουσιών εκεί οι σλαβόφωνοι Έλληνες πλήρωσαν αρκετές φορές ακριβά την αφοσίωσή τους στην πατρίδα ενάντια στους σχισματικούς. Αντίθετα, στο νότιο τμήμα οι ελληνικές κοινότητες του Δοξάτου και της Χωριστής, κυρίως κράτησαν μακριά το βουλγαρικό στοιχείο που προσπαθούσε με κάθε μέσο να εγκατασταθεί στην ευρύτερη περιοχή.

 

Πτώματα από τη σφαγή του Δοξάτου το 1913
(Επισκόπου Αθανασίου Απομνημονεύματα, το 1914)

Οι ελληνικές ανταρτικές ομάδες στην περιοχή μας είχαν την πληροφορία ότι οι Βούλγαροι θα επιχειρούσαν την άνοιξη του 1908 κίνημα στη Δράμα, κυρίως στο βόρειο τμήμα της. Έπρεπε κατά τη γνώμη τους να προβούν σε «ενέργειες», σε δολοφονικές επιθέσεις εναντίον μεμονωμένων Βουλγάρων, μολονότι το ελληνικό υπουργείο των εξωτερικών προσπαθούσε να συγκροτήσει τους αντάρτες, εκείνη την περίοδο, με «αυστηρός διαταγάς περί καταπαύσεως τοιούτων ενεργειών». Το πιο ισχυρό χτύπημα δόθηκε έξω από το χωριό μας στις 15 Μαΐου 1908, κατά τη διάρκεια της πλέον φονικής επίθεσης σε βάρος Βούλγαρων χωρικών.

Τριάντα περίπου Βούλγαροι από το χωριό Καλαπόδι, εκείνο το βράδυ στις οχτώ, και ενώ κατευθύνονταν προς την Καβάλα, για το παζάρι της πόλης, δέχθηκαν επίθεση ενόπλων «παρά το τουρκικόν χωρίον Μπόιραν». Ο απολογισμός ήταν 4 νεκροί και 5 σοβαρά τραυματίες, από τους οποίους οι δύο πέθαναν μετά τη μεταφορά τους στη Δράμα. Σε επιστολή του αρχηγού του Κέντρου Μακεδονικού Αγώνα στην Καβάλα που υπογράφει με το ψευδώνυμο Σουλεϊμάν (πρόκειται για το Σ. Μαυρομιχάλη), διαβάζουμε: «είναι αληθές ότι η τελευταία ενέργεια υπήρξεν υπέρ το δέον αιματηρά αλλά δυστυχώς δεν είναι δυνατόν ως γνωρίζετε να καθορίζηται εντελώς τοιαύτη ενέργεια: Εν τούτοις συνέστησα και πάλιν αποφυγήν πολλών αιμάτων».

Οι τουρκικές αρχές εξαπέλυσαν ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψη των ενόχων. Ύστερα από έρευνα συνέλαβαν τον Απόστολο και τον Δημοσθένη Σερπέζη, τον Δημήτριο Βασιλικού και τον Λάμπρο Καραμίλα, οι οποίοι κακοποιήθηκαν άγρια στη φυλακή για να ομολογήσουν. Όλοι όμως είχαν ισχυρό άλλοθι. Ο πρώτος δούλευε στο καπνεργοστάσιο του Εβραίου Εσκενάζυ, ο τρίτος στο καπνεργοστάσιο του Δημητρακόπουλου και οι άλλοι δύο βρίσκονταν εκείνη την ώρα στο Δοξάτο. Το επόμενο θύμα των τουρκικών αρχών ήταν ο Χρηστός Δημητρίου, παντοπώλης στο χωριό μας, μάλλον ηπειρώτικης καταγωγής.

Στις 17 Μαΐου 1908 η χωροφυλακή Δράμας τον κάλεσε ως μάρτυρα. Αφού τον κράτησαν «εις το φυλακείον της χωροφυλακής» μέχρι τα μεσάνυχτα, τον μετέφεραν «εις τον εντός του Διοικητηρίου σταύλον» με τη συνοδεία κάποιου Μουσταφά Τσαούση. Εκεί κάποιος με πρόσωπο καλυμμένο του έδεσε τα πόδια και έριξε τον άτυχο Δημητρίου στη γη. Αμέσως μπήκαν δύο χωροφύλακες και άρχισαν να τον χτυπούν με χοντρά ξύλα. Του ζήτησαν να καταθέσει ότι οι τέσσερις συλληφθέντες σκότωσαν τους Βούλγαρους, απειλώντας ότι θα τον σκοτώσουν σε αντίθετη περίπτωση. Κάτω από την πίεση των χωροφυλάκων «ηναγκάσθη να καταθέση όσα ούτοι του έλεγον».

Ο Χρήστος Δημητρίου όμως φάνηκε αρκετά γενναίος στη συνέχεια. Στη διάρκεια της προκαταρκτικής ανάκρισης στο Δοξάτο, κατέθεσε «ότι ουδέν απολύτως γνωρίζει» αδιαφορώντας για τις συνέπειες της πράξης του και σώζοντας από βέβαιη καταδίκη τους συμπατριώτες του.

Ο στόχος των ανταρτών «να εκτοπίσωμεν και πάσαν ακόμη σκέψιν Βουλγαρικής ενέργειας εις το κάτω της Δράμας διαμέρισμα» επετεύχθη απόλυτα. Θα χυθεί όμως πολύ αίμα ακόμη Ελλήνων και Βουλγάρων, μέχρι να δοθεί λύση σε πολιτικό επίπεδο. Το Δοξάτο και η Χωριστή πλήρωσαν ακριβά τη συμμετοχή τους στο Μακεδονικό Αγώνα, στοιχεία που δυστυχώς παραμένουν άγνωστα και καταχωνιασμένα σε φακέλους εγγράφων.

Αναγνωρίζουμε άραγε σήμερα τους αγώνες και την προσφορά αυτών των δύο κοινοτήτων για την ελληνικότητα της Μακεδονίας;

 

Το Δοξάτο μετά την καταστροφή του 1913
(Επισκόπου Αθανασίου Απομνημονεύματα, το 1914)

Πηγή:
Ιστορικό Αρχείο Υπουργείο των Εξωτερικών 1908/αακ 331 υποπροξενείο Καβάλας 26 Μαίου 1908, έκθεση Πολυχρονιάδη.

Comment (0) Hits: 1429

Σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων στη Μπόργιανη και την περιοχή (1912-1915)

του Βασίλη Χ. Ριτζαλέου

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Βοϊράνη», τεύχη, 31 και 32, έτος 1997

Κατά την περίοδο της Βουλγαρικής Κατοχής 1912 - 1913

Το βαρύ κλίμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, που έφερε τους δύο λαούς σε κατάσταση πολεμικής ετοιμότητας με την υπόθεση των βραχονησίδων Ίμια, έδωσε το ερέθισμα για το συγκεκριμένο άρθρο. Αναζήτησα γραπτές πηγές, παραδόσεις, μαρτυρίες ντόπιων και προσφύγων, για να φωτίσω ορισμένες άγνωστες πτυχές των σχέσεων Ελλήνων και Τούρκων, στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας.

Πράγματι σι σχέσεις τους χαρακτηρίζονταν από αμοιβαία καχυποψία, δηλητηριασμένες κυρίως από τα πολιτικά παιχνίδια των Μεγάλων Δυνάμεων στην ευαίσθητη Μακεδονία.

Οι κοινές εδαφικές διεκδικήσεις Ελλήνων και Βουλγάρων, σε βάρος της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οδήγησαν αρκετές φορές σε πολεμικές αναμετρήσεις (Μακεδονικό αγώνα, Βαλκανικούς Πολέμους), με ευκαιριακές συμμαχίες ανάμεσα στις διάφορες εθνότητες. Θα περιοριστώ στην περίοδο 1912 - 1924, δηλαδή από την πρώτη βουλγαρική κατοχή στην περιοχή μέχρι και τη φυγή των μουσουλμάνων κατοίκων από το λιμάνι της Καβάλας.

Από αυτούς τους μουσουλμάνους άκουσε ο Ν. Καπετανάκης μια παλιά ιστορία, σχεδόν θρύλο, για τη Μπόργιανη και τη διασώζει στο βιβλίο του Ο Μαχμούτ Πασάς Δράμαλης:

«Ο Δράμαλης εύρεν ως ναζίρης της Δράμας εις εν από τα κτήματά του κείμενον μεταξύ Μπόριανης και Φιλίππων, θησαυρόν εις μεταλλικά νομίσματα συμποσούμενα εις εν εκατομμύριον γρόσια - είκοσι εκατομμύρια σημερινών δρχ... δικαιολογούν την παράδοσιν ότι ο Δράμαλης ήτο ο τυχερότερος και ο πλουσιότερος εντεύθεν του Νέστου πασάς, μετά του Αλή πασά της Ηπείρου και τον Κιαμίλ-μπεην».

Αφήνοντας τη γοητεία των θρύλων, ας περάσω στη σκληρή πραγματικότητα του αιώνα μας.
Η Δράμα έπεσε στα χέρια των Βουλγάρων από τον Οκτώβριο του 1912 μέχρι και τον Ιούνιο του 1913. ΟιΤούρκοι της περιοχής δεν εμπιστεύονταν τις νέες αρχές, αλλά φοβόντουσαν και τους Έλληνες, κυρίως για την πιθανότητα της αντεκδίκησης. Συμμαχούσαν ευκαιριακά με τη μία ή την άλλη πλευρά. Ο Μητροπολίτης Αγαθάγγελος, που στάθηκε πραγματικά φύλακας-άγγελος για τους υπόδουλους 'Έλληνες, προειδοποιούσε το Βούλγαρο Νομάρχη Δράμας Δόμπρεφ, στις 11 Δεκεμβρίου 1912, για τον ασταθή και κάποτε βίαιο χαρακτήρα των Τούρκων:

«Περί των Τούρκων ο κ. έπαρχος πρέπει να γνωρίζει ότι προ δύο μηνών επί Τουρκοκρατίας οι αγαπητοί αυτώ νυν γενόμενοι Τούρκοι Δοξάτου, εν συννενοήσει μετά των Τούρκων των πέριξ ικανών τουρκικών χωρίων θα έσφαζον όλους τους χριστιανούς και χάρις εις τον πρόκριτον Τούρκον Σαμπάν αγάν και δύο τρεις άλλους, εσώθηκαν οι χριστιανοί ημών».

Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα να εννοεί ο Μητροπολίτης και τους Τούρκους της Μπόργιανης, που βρισκόταν σε μικρή απόσταση από το Δοξάτο και ίσως εποφθαλμιούσε την πλούσια κωμόπολη των υπόδουλων χριστιανών.

Αργότερα, μουσουλμάνοι θα πάρουν ενεργό μέρος στις 30 Ιουνίου 1913 στην καταστροφή του Δοξάτου από τους Βουλγάρους, λεηλατώντας περιουσίες και καίγοντας σπίτια. Ο κ. Αθανάσιος Κεφαλάς, γεννημένος το 1903 στο Δοξάτο, έζησε τη σφαγή και μου διηγήθηκε τα εξής περιστατικά:

«Την ημέρα των Δώδεκα Αποστολών, οι χριστιανοί ήταν συγκεντρωμένοι στην εκκλησία από νωρίς.
Ξαφνικά εμφανίστηκε η ίλη του βουλγάρικου ιππικού και με τη βοήθεια τουρκόγυφτων έβαλε φωτιά στα χριστιανικά σπίτια.
Οι Τούρκοι άρπαξαν την προίκα της μάνας μου, τη φόρτωσαν στο μουλάρι και έκλεψαν το αρνί μου.
Μας πήρε η μάνα μου και κρυφτήκαμε στο σπίτι κάποιου βουλγάρικης καταγωγής.
Από το παράθυρο είδα τη ληστεία σε βάρος των χριστιανών. Οι Βούλγαροι τους οδήγησαν στην τοποθεσία Μπεσ - Τσινάρ (= πέντε πλατάνια) και τους εκτέλεσαν όλους».

Άλλοι μουσουλμάνοι, όμως, προτίμησαν να συνδέσουν την τύχη τους με τους Έλληνες. Ο Μητροπολίτης Αγαθάγγελος μας πληροφορεί για την αποστολή στη Μητρόπολη ενός Τούρκου χωρικού από τα Κύρια, ως συνδέσμου των Ελλήνων ανταρτών της περιοχής μας, στις 28 Ιουνίου 1913:

«Μουσουλμάνος χωρικός από τα Κύρια μού ανήγγειλεν ότι απεστάλη υπό των Ελλήνων ανταρτών να με ειδοποιήση ότι σήμερον το εσπέρας 150 εξ αυτών θα εισέλθωσιν εις την Δράμα... Επί μίαν ώρα ομιλών ούτω, φαίνεται κατέπεισα αυτόν, διότι μοι έλεγεν ενόρκως ότι θα είπη εις τους αντάρτας να μην έλθωσι, διότι επείσθη ότι τότε θα καταστροφή η Δράμα», (σελ. 56).

Όμως και ο Μητροπολίτης δυσπιστούσε για το ρόλο του Τούρκου και έστειλε κρυφά δικό του άνθρωπο στους αντάρτες, για να εμποδίσει μια πιθανή σφαγή στην πόλη.

Την 30η Ιουνίου 1913, οι Βούλγαροι δεν έκαψαν μόνο το Δοξάτο αλλά σκότωσαν τον ιερέα της εκκλησίας στον Άγιο Αθανάσιο και ορισμένους χριστιανούς. Τη σημαντική πληροφορία μας δίνει ο Μητροπολίτης Αγαθάγγελος στο Ημερολόγιό του (σελ. 77):

«Ανέφερα δε, ότι προ μιας ακόμη ημέρας εις το τετράωρον απέχον χωρίον Μπόριανι, πεντήκοντα ιππείς Βούλγαροι φωνάζοντας 'ζήτω! είμεθα Έλληνες, βγήτε να μας δεχθήτε!' ηπάτησαν τον εφημέριον του χωρίου παπα-Παντελήν και τρεις - τέσσαρας χωρικούς εν χαρά εξελθόντας, και έπειτα αμέσως τους έσφαξαν».

Ανάλογο επεισόδιο, με πρωταγωνιστές Τούρκους ληστές σε βάρος Ελλήνων από την Ήπειρο, σημειώθηκε την ίδια μέρα στα Κύρια. Ο κ. Ευάγγελος Κωτούλας, απόγονος των θυμάτων της ληστείας, μου διηγήθηκε τα εξής γεγονότα:

«Οι πρόγονοί μου ήταν εμπορευόμενοι, που εγκαταστάθηκαν στο χωριό δίχως τις οικογένειές τους, στο τέλος του περασμένου αιώνα.
Όταν συνέβη η σφαγή στο Δοξάτο, ο θείος μου ανέβηκε στην τοποθεσία Μοναστηράκι (σήμερα το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής), όπου οι μπέηδες όλων των συνοικισμών και των γύρω χωριών παρακολουθούσαν ανήσυχοι τη φωτιά στο Δοξάτο. Αμέσως, ειδοποίησε τα 'σνάφια', τους υπόλοιπους συμπατριώτες, να φύγουν στο βουνό».

Χωρισμένοι σε δύο ομάδες αναζήτησαν καταφύγιο στο ορεινό χωριό της Γιαστόργιαννης, στο σπίτι ενός ισχυρού Τούρκου που τους εκτιμούσε. Δυστυχώς, συμμορία Τούρκων ληστών από το Υψηλό επιτέθηκε στη μία ομάδα και σκότωσε πέντε Ηπειρώτες, για να τους πάρουν τις λίρες που κουβαλούσαν. Προσπάθησαν να σκοτώσουν και τους υπόλοιπους στη Γιαστόργιανη, αλλά ο Τούρκος τσέλιγκας τους είπε: «όποιος έχει δύο ψυχές ας μπει μέσα να σκοτώσει τα σνάφια».

Ένας από τους δολοφόνους, όταν πιάστηκε την επόμενη μέρα από το απόσπασμα του ελληνικού στρατού φορούσε ακόμη μία άσπρη ποδιά γεμάτη αίμα αθώων.
Γι' αυτό ονομάστηκε «αρχιχασάπης». Λέγεται ότι τον σκότωσε σε κεντρικό δρόμο του Δοξάτου με μπαλτά Ηπειρώτισσα μάνα, που έχασε στη σφαγή δύο παλικάρια, όταν το ελληνικό απόσπασμα τον περιέφερε από χωριό σε χωριό για παραδειγματισμό».

Νοέμβριος 1915: Τούρκοι της Μποϊραν(ης) πωλούν τις περιουσίες τους σε Ηπειρώτες

Η ελληνική διοίκηση από το 1913 αντιμετώπισε όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από το θρήσκευμα ή την καταγωγή, με πνεύμα δικαιοσύνης. Τούρκοι, Έλληνες, Βούλγαροι, Εβραίοι, Αρμένιοι ζούσαν ειρηνικά και διατηρούσαν καλές σχέσεις στην πόλη και στα χωριά. Ο κ. Αθανάσιος Κεφαλάς, που γεννήθηκε το 1903 στο Δοξάτο, θυμάται για την Μπόργιανη στα πρώτα χρόνια του αιώνα μας: 

«Πήγαινα με τον παππού μου, μικρό παιδί, στο παζάρι της Μπόργιανης κάθε Σάββατο. Με ανέβαζε στο μουλάρι και φτάναμε στο χωρίο σας, όπως και τόσοι άλλοι από το Δοξάτο, τα Κύρια, το Μπουνάρ - μπασί.
Χριστιανοί και μουσουλμάνοι πουλούσαν και αγόραζαν πράγματα στον ίδιο χώρο.
Θυμάμαι μερικές οικογένειες Ηπειρωτών, που ζούσαν στην Μπόργιανη και ασχολούνταν με το εμπόριο. Οι περισσότεροι κάτοικοι, όμως, ήταν Τούρκοι.
Είχαν τζαμί και δίπλα το νεκροταφείο τους, στη θέση που χτίστηκε αργότερα η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, ενώ στο Δοξάτο το τζαμί βρισκόταν στη θέση του σημερινού παιδικού σταθμού απέναντι από το Δημαρχείο.
Όταν μεγάλωσα, άνοιξα κουρείο στο Δοξάτο το 1920 και οι Τούρκοι της Μπόργιανης έρχονταν σ' εμένα, επειδή δεν υπήρχε τότε κουρείο στο χωριό σας.
Ανάμεσα στους πελάτες μου ήταν ο τσορμπατζής της Μπόργιανης Αβδούλ.
Αυτός εγκατέλειψε το χωριό σας, όταν άρχισαν να καταφθάνουν οι πρόσφυγες, και εγκαταστάθηκε στο Δοξάτο. Άλλος πελάτης μου ήταν ο τελευταίος μάλλον Χότζας της Μπόργιανης».

Το κλίμα φαίνεται ήρεμο μετά την αποκατάσταση της ελληνικής διοίκησης στην περιοχή. Κι όμως, τα σύννεφα του πολέμου κάνουν απειλητικά την εμφάνισή τους το 1915.

Έχει ήδη ξεσπάσει ο Α' Παγκόσμιος πόλεμος (1914 - 1919) η Τουρκία βρίσκεται στο πλευρό των Γερμανών (από τον Οκτώβριό του 1914), η Βουλγαρία τάσσεται στο ίδιο στρατόπεδο (Οκτώβριος 1915), στη Θεσσαλονίκη αποβιβάζονται αγγλικές και γαλλικές δυνάμεις το 1915, με τη σύμφωνη γνώμη μόνο του Βενιζέλου.

Οι Τούρκοι της Δράμας φοβούνται νέα ελληνοτουρκική σύρραξη. Στο χωριό μας την «Μπόιραν» των Τούρκων, των αθίγγανων και των λιγοστών Ηπειρωτών επικρατεί παρόμοια αναστάτωση.
Μια ολόκληρη γειτονιά, κοντά στη σημερινή εκκλησία και τότε τζαμί, αποφασίζει να πουλήσει, το 1915, την ακίνητη περιουσία στους Ηπειρώτες του χωριού και να φύγει στην Ανατολή...

Στις 5 Νοεμβρίου 1915, ημέρα Παρασκευή, βρίσκονται όλοι συγκεντρωμένοι στο μαγαζί του Μαχμούτ Βέη στη Δράμα, όπου ο συμβολαιογράφος Χατζηγρηγόρης θα επικυρώσει τις πράξεις αγοραπωλησίας ανάμεσα σε Ηπειρώτες και Τούρκους του χωριού.
Ο Δελή-ογλού Εγιούπ Αγά, η μητέρα του Σεριτέ χανούμ, ο Δελή ογλού Χατζή Αλή Μεχμέτ, ο Σαλίχ Μπιν Δελή Αλή, όλοι γεωργοί στο επάγγελμα από την Μπόριαν(η), μιλούν μόνο την τουρκική γλώσσα, αλλά δεν γνωρίζουν γραφή. Έχουν τη βοήθεια του διερμηνέα Αριστείδη Μετρητίδη, ενώ παρευρίσκονται ως μάρτυρες ο Θεόδωρος Λιάκος, παντοπώλης, και ο Ιωάννης Ράσσας, ξενοδόχος στη Δράμα.

Το πρώτο συμβόλαιο αφορά την πώληση του ισόγειου σπιτιού της Σαριτέ χανούμ με δύο δωμάτια, στάβλο και αυλή, στον παντοπώλη Χρήστο Μπεσίκα αντί του ποσού των 30 οθωμανικών λιρών, «τοις μετρητοίς» (687 δρχ. εκείνης της εποχής μία (1) οθωμανική λίρα = 22,9 δρχ.).
Το σπίτι συνόρευε με τα κτήματα του Αλή Οσμάν, του Εγιούπ Αγά και του Χουσείν εφένδη, πατέρα της Σαριτέ.

Στη συνέχεια, ο γιος της Δελή ογλού Εγιούπ Αγά πωλεί φούρνο με δύο ισόγεια δωμάτια και συνεχόμενο μαγαζί με αυλή επίσης στο Χρήστο Μπεσίκα, αντί του ποσού των 40 οθωμανικών λιρών, «τοις μετρητοίς» (916 δρχ. της εποχής).
Το ακίνητο συνόρευε με τα κτήματα της Σαριτέ χανούμ, του Ισοτζά Μουσταφά ογλού Γ ιασάρ και του Χουσείν εφένδη.
Αμέσως μετά, ο Δελή ογλού Χατζή Αλή Μεχμέτ πωλεί διώροφο σπίτι με δύο δωμάτια και χαγιάτι στον όροφο και ισόγειο με αυλή στον παντοπώλη Χρήστο Τοπάλη, αντί του ποσού των 60 οθωμανικών λιρών, «τοις μετρητοίς» (1374 δρχ. της εποχής). Το σπίτι συνόρευε με τα ακίνητα του Δελή ογλού Σαλίχ, του Δελή ογλού Εγιούπ και του Οσμάν Εφένδη.

Ο ίδιος γεωργός θα πωλήσει, ακόμη, στους παντοπώλες Χρήστο Τοπάλη και Τριαντάφυλλο Καπέτση άλλα δύο ακίνητα μικρής αξίας, αντί του ποσού των 10 οθωμανικών λιρών (229 δρχ. της εποχής).
Πρόκειται για δύο αχυρώνες και δύο αλώνια κοντά στα τζαμί, που συνορεύουν με τις ιδιοκτησίες του Εγιούπ Αγά και του Χατζή Γιουσούφ Αλή Ταγήρ.

Φαίνεται ότι ο Δελή ογλού Χατζή Αλή Μεχμέτ είναι κάτοχος σημαντικής περιουσίας για τα δεδομένα του μικρού χωριού.
Πωλεί ακόμη στους παντοπώλες Ιωάννη Καρανίκα και Τριαντάφυλλο Καπέτση πανδοχείο από κληρονομιά και τρία μαγαζιά. Τα ακίνητα κόστισαν 60 οθωμανικές λίρες που δόθηκαν «τοις μετρητοίς» (1374 δρχ). Συνόρευαν με τα κτήματα των κληρονόμων του Νεζίρ Τάι, την οικία Σαλίχ και Σαϊτουλλάχ.

Και όμως, ο παραπάνω γεωργός δεν έχει τελειώσει με τα περιουσιακά του στοιχεία...
Πωλεί στον Χρήστο Τοπάλη ισόγεια κατοικία που κληρονόμησε και εν μέρει κατασκεύασε , με ένα δωμάτιο, αχυρώνα και αυλή, αντί του ποσού των 460 δραχμών.
Είναι η μοναδική (γνωστή) περίπτωση συμφωνίας αποκλειστικά σε δραχμές. Η οικία συνόρευε με τα κτήματα του Οσμάν εφένδη και του Αλή Ιμπραχίμ ογλου Αμπάς.

Oι Τούρκοι της περιοχής έκαναν συναλλαγές μόνο σε τουρκικές λίρες, κάθε φορά που ένιωθαν ανασφάλεια μπροστά στο ενδεχόμενο ελληνοτουρκικής σύγκρουσης. Στα Κύρια, οι Τούρκοι καπνοκαλλιεργητές πληρώνονταν από τους εμπόρους με χρυσές λίρες, επειδή φοβούνταν τους Έλληνες στη διάρκεια του Μικρασιατικού πολέμου (1919 -1922).

Τέλος, ο Σαλίχ Μπιν Δελή Αλή πωλεί στους παντοπώλες Ιωάννη Καρανίκα και Τριαντάφυλλο Καπέτση διώροφη κατοικία με σταύλο στο ισόγειο και αυλή και δύο δωμάτια στον όροφο, αντί του ποσού των 50 οθωμανικών λιρών (1145 δρχ της εποχής). Το οίκημα συνόρευε με το πανδοχείο του Δελή ογλού Χατζή Αλή Μεχμέτ, τις ιδιοκτησίες των Μολλά Αχμέτ, Αχμέτ ογλου Σαΐτουλλάχ, της Φατμέ χανούμ, το "αλώνι του Σπύρου" και με τις καλύβες των Γύφτων.

 

Εξοχή (στα ελληνοβουλαγαρικά σύνορα): Το τελευταίο τζαμί που σώζεται στο νομό Δράμας. Ξεχωρίζει για τον εξαιρετικό ζωγραφικό διάκοσμο στο εσωτερικό του. Σήμερα (1997) χρησιμοποιείται σαν σταύλος. 

ΠΗΓΕΣ:

Καπετανάκης Ν. Ο Μαχμούτ πασάς Δράμαλης. Μετ' επιτοπίου ιστορίας της πόλεως Δράμας. Δράμα 1937, σελ. 55.

Μητροπολίτης Αγαθάγγελος ο Μάγνης, Αι δραματικαί περιπέτειαι της Δράμας μέχρι της απελευθέρωσης αυτής, Καβάλα 1913. σελ. 107.

Comment (0) Hits: 2068

Στην Μπόργιανη των μουσουλμάνων και των πρώτων προσφύγων

του Βασίλη Χ. Ριτζαλέου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Βοϊράνη», τεύχος 47, έτος 1999

Σταθερή επιλογή όσων ασχολούμαστε συστηματικά με την τοπική ιστορία είναι η διαρκής αναζήτηση νέων στοιχείων που θα συμπληρώσουν τις μέχρι τώρα πληροφορίες για το κοντινό και απώτερο παρελθόν του τόπου μας, ανεξάρτητα αν κατοικούσαν παλαιότερα Έλληνες ή αλλοεθνείς. Στο άρθρο που διαβάζετε συγκεντρώθηκαν πληροφορίες από διάφορες πηγές για το χωριό μας, την ονομασία, τους κατοίκους και τον πρώτο πρόεδρο του χωριού κάτω από ελληνική διοίκηση, τον .. Μεμέτ Οσμάν!

Η εφημερίδα έχει ασχοληθεί αρκετές φορές με την τουρκική ονομασία του χωριού «Μπόρ(γ)ιανι» ή «Μπόιραν» σε κάποιες άλλες πηγές. Μας απασχόλησαν το πότε εμφανίζεται και το αν συνδέεται με προηγούμενη πιθανή ελληνική ονομασία («Βοϊράνη») σε οικισμό της ίδιας περιοχής. Σε χειρόγραφο του 17ου αιώνα από τη Μονή Εικοσιφοίνισσας στο Παγγαίο, που μελέτησε και δημοσίευσε ο πανεπιστημιακός καθηγητής Βασίλης Άτσαλος, αναφέρεται το όνομα «Εμπώριανη», κοντά στα ονόματα «Δοξάτου» και «Μποσινός» (σ.σ. Καλαμώνας) στο φύλλο 74, ενώ στο φύλλο 77ν γίνεται λόγος για την «μπόριανη».

Εφόσον βέβαια μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο πως υπάρχει και άλλος τόπος στην περιοχή με την ίδια ονομασία, πρόκειται μάλλον για τις παλαιότερες γνωστές αναφορές στο -άλλοτε τουρκικό- χωριό μας και με μεγαλύτερη ασφάλεια μπορούμε να γράφουμε πως η τουρκική ονομασία του χωριού, από τον 17ο αιώνα τουλάχιστο, ήταν «Μπόριανι» (ή Μπόριανη αν προτιμάτε). Δυστυχώς δεν γνωρίζω το περιεχόμενο του αποσπάσματος στο χειρόγραφο, για ποιο λόγο, δηλαδή, γίνεται η παραπάνω αναφορά στο χωριό1.

Πραγματοποιώντας ένα άλμα στο χρόνο και γυρίζοντας στις αρχές του αιώνα που φεύγει, όταν το χωριό μας , ήταν ακόμη μουσουλμανικό, βρίσκουμε ενδιαφέροντα στοιχεία για τον πληθυσμό του. Ο Χαλκιόπουλος, αξιοποιώντας στοιχεία από τουρκική απογραφή του 1905 για την περιφέρεια (το βιλαέτι) της Θεσσαλονίκης, αναφέρει στο έργο του για τη Μακεδονία πως 705 άτομα ζουν στην «Μπόργιανι» της επαρχίας (του καζά) της Δράμας2. Σε στατιστική του ελληνικού στρατού γίνεται λόγος για 700 μουσουλμάνους και 40 Έλληνες πρόσφυγες στο χωριό μας πριν από τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο του 19123.

Στην πρώτη απόπειρα επίσημης απογραφής του πληθυσμού στα εδάφη που απελευθερώθηκαν από τον ελληνικό στρατό με τους βαλκανικούς πολέμους, αναφέρεται πως στο χωριό «Μπόργιανη», το 1913, ζούσαν 583 άτομα, 294 γυναίκες και 289 άνδρες, χωρίς να διευκρινίζεται αν πρόκειται μόνο για μουσουλμάνους4.

Σύμφωνα όμως με τους πίνακες της επιτελικής υπηρεσίας στρατού, τον Αύγουστο του 1915, βρέθηκαν στο χωριό μας 500 μουσουλμάνοι γηγενείς, 200 μουσουλμάνοι πρόσφυγες άγνωστης προέλευσης, 40 Έλληνες κάτοικοι πριν από το 1912 και 387 Έλληνες πρόσφυγες, συνολικά 468 άνδρες και 459 γυναίκες. Συγκρίνοντας τα στοιχεία, είναι φανερό πως σημειώθηκε μετακίνηση μουσουλμανικού πληθυσμού από το χωριό προς την Ανατολή, κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων, εξαιτίας της αβεβαιότητας των μουσουλμάνων κατοίκων και του φόβου τους κυρίως από τη στάση των βουλγαρικών κατοχικών δυνάμεων.

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η πληροφορία πως οι ελληνικές αρχές από το 1913, δείχνοντας σεβασμό στις συνήθειες του τόπου και στη μουσουλμανική πλειοψηφία του χωριού, έδωσαν τη θέση του κοινοτάρχη, του «μουχτάρη», στο μουσουλμάνο Μεμέτ Οσμάν. Μάλιστα ο μισθός του ανέρχεται σε 414 δραχμές, σύμφωνα με έγγραφο που βρίσκεται σε αρχείο της Θεσσαλονίκης5.

Δεν ήταν όμως και ο μοναδικός μουσουλμάνος που ανέλαβε τη διοίκηση στην περιοχή του. Σε πολλά χωριά της Δράμας όπου οι μουσουλμάνοι ήταν η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, ο πρόεδρος, ο «μουχτάρης», δεν ήταν χριστιανός. Άλλωστε, όπως είναι γνωστό από τις πηγές, νομάρχης Δράμας -πιθανόν ο πρώτος στην ιστορία της ελληνικής πόλης - τοποθετήθηκε ο Αλή - Βέη Ναηπζαδές(;), Τουρκοκρητικός στην καταγωγή και πρώην νομάρχης Χανίων6.

Η σύνθεση του πληθυσμού της περιοχής αλλάζει ουσιαστικά με τις μεγάλες μετακινήσεις των προσφύγων την περίοδο 1920-1924. Η ανταλλαγή των μουσουλμάνων και των βουλγαρικής συνείδησης κατοίκων με τους Έλληνες πρόσφυγες της Μικρός Ασίας και της Βουλγαρίας αποτελεί τόσο σημαντική μεταβολή για το νομό της Δράμας όσο ήταν και η ένταξη της περιοχής στα διοικητικά όρια του ελληνικού κράτους.

Στο χωριό μας, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, εγκαταστάθηκαν 805 Έλληνες πρόσφυγες, 422 γυναίκες και 383 άντρες, μέχρι τον Απρίλιο του 1923, χωρίς να διευκρινίζεται αν πρόκειται για το σύνολο των ανθρώπων προσφυγικής καταγωγής, που είχαν φτάσει στη νέα τους πατρίδα μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή τόσο από την Ανατολή όσο και από τη Βουλγαρία. Τα αντίστοιχα στοιχεία για τα Κύρια, σε όλους τους τότε «Μαχαλάδες», αναφέρονται σε 1124 πρόσφυγες, για το Δοξάτο σε 747 και για το Κεφαλάρι σε 164 άτομα7.

Το κύμα των Ελλήνων προσφύγων θα συνεχιστεί και τους επόμενους μήνες, ενώ οι μουσουλμάνοι της Δράμας παρέμεναν στα σπίτια τους αφού δεν ασκούνταν σε βάρος τους βία ανάλογη με εκείνη των Τούρκων στην Ανατολή. Οι μουσουλμάνοι της περιοχής, αφού μάζεψαν τον καπνό για τη σοδιά του 1923, έφυγαν οι περισσότεροι μεταξύ Ιανουαρίου και Μαΐου του 1924, εξαντλώντας τα σχετικά περιθώρια που έδινε ειδική συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία για την ανταλλαγή των πληθυσμών στα «σαντζάκι» της Δράμας και την Κρήτη8.

Ίσως σε μια επόμενη ευκαιρία να έχουμε περισσότερα στοιχεία για την ενδιαφέρουσα συνύπαρξη μουσουλμάνων κατοίκων και Ελλήνων προσφύγων στο χωριό μας το διάστημα τέλη 1922 - αρχές 1924. Πώς άραγε αντιμετώπισαν οι απελπισμένοι από τις συνέπειες του ξεριζωμού παππούδες μας τους φοβισμένους από την «πλημμυρίδα» των προσφύγων μουσουλμάνους; Σε πείσμα εκείνων που μας καλούν να ξεχάσουμε την ιστορία μας, εμείς θα συνεχίσου με να ψάχνουμε...


1. Β. Άτσαλος «Ανέκδοτο σημείωμα για τον κτήτορα της Μονής τηςΙΠαναγίας της Αχειροποιήτου τον Παγγαίου: το πρόβλημα της ιστορικής παρουσίας τον οσίου Γερμανού, της αρχαιότητας της μονής και των σχέσεων της με τη Μακεδονική δυναστεία», Πρακτικά β’ επιστημονικής συνάντησης «Η Δράμα και η περιοχή της. Ιστορία και Πολιτισμός», Δράμα 18-22 Μαΐου 1994, τ.1, Δράμα 1998, σ. 234.

2. Αθ. Χαλκιόπουλος, Η Μακεδονία. Εθνολογική στατιστική των βιλαετίων Θεσσαλονίκης και Μοναστηριού, Αθήνα 1910, σ. 67.

3. Επιτελική Υπηρεσία Στρατού, Στατιστικοί πίνακες του πληθυσμού κατ’ εθνικότητας των νομών Σερρών και Δράμας, Αθήναι 1919.

4. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας / Διεύθυνσης Στατιστικής, Απαρίθμησις των κατοίκων των νέων Επαρχιών της Ελλάδος του έτους 1913, εν Αθήναις 1913, σ. 51.

5. Ι.Α.Μ., Γ.Δ.Μ., ΦΑΚ 12, σ. 44.

6. Γ. Δημακόπουλος, «Η διοικητική οργάνωσις των καταληφθέντων εδαφών (1912-1914). Γενική επισκόπησις», πρακτικά συμποσίου «Η Ελλάδα των Βαλκανικών Πολέμων 1910-1914», Αθήνα 1993, (ανάτυπο), σ. 222.

7. Υπουργείον Υγιεινής, Προνοίας και Αντιλήψεως / Τμήμα Στατιστικής, Απογραφή προσφύγων, ενεργηθείσα κατ’ Απρίλιον 1923, εν Αθήναις 1923, σ. 9.

8. Ladas, The exchange of minorities. Bulgaria, Greece and Turkey (Η ανταλλαγή των μειονοτήτων. Βουλγαρία, Ελλάδα και Τουρκία), New York 1932, p. 425-427.S

Comment (0) Hits: 1377

Η πρώτη εκκλησία του χωριού μας στις αρχές του 20ου αιώνα

του Βασίλη Ριτζαλέου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Βοϊράνη, τεύχος 29, έτος 1996


Στη διάρκεια της πρώτης βουλγαρικής κατοχής, από τον Οκτώβριο του 1912 ως τον Ιούνιο του 1913, θα πρέπει να αναζητήσουμε την ίδρυση της πρώτης οργανωμένης εκκλησίας στο χωριό μας.

Σημαντική πηγή για την εποχή αποτελεί το ημερολόγιο του τότε Μητροπολίτη Δράμας Αγαθαγγέλου, που παρουσιάζει τα γεγονότα στην πόλη και στα χωριά της περιφέρειας, μέχρι την απελευθέρωση της Δράμας από το βουλγαρικό ζυγό (την 1η Ιουλίου 1913).

26.a 

Γάμος μποροστά στην παλιά εκκλησία

Στις 16 Απριλίου 1913, ο Μητροπολίτης στέλνει επιστολή στον στρατιωτικό διοικητή Δράμας Γκίκωφ, τον μοναδικό εκπρόσωπο των Αρχών κατοχής που εκτιμά, για να αποτρέψει τη μετατροπή της μικρής χριστιανικής εκκλησίας του χωριού μας σε τζαμί.
Όπως έχει ήδη γραφεί στη «Βοϊράνη», την εποχή εκείνη, το χωριό αριθμούσε 700 περίπου άτομα, μεταξύ δε αυτών υπήρχαν και μερικοί έλληνες ηπειρώτες, άτομα βλάχικης καταγωγής, αθίγγανοι και λίγοι Αλβανοί [βλ. Εφημερίδα «Βοϊράνη», Φεβρ. 1996, αρ. φ. 26. σελ. 6, «Άγιος Αθανάσιος» του Κ. Κυριαζή - Κηπουρού]. Η πλειοψηφία όμως των κατοίκων ήταν τουρκικής καταγωγής.

Ο Μητροπολίτης Αγαθάγγελος γράφει στην επιστολή του:

«Ανεπίσημα πληροφορήθηκα ότι δήθεν οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι του χωριού Μπόργιανη το οποίο απέχει προς τα νοτιοανατολικά περίπου δύο ώρες με άμαξα, ζητούν να αποδοθεί σε αυτούς η Εκκλησία μας, την οποία οι Τούρκοι είχαν μετατρέψει σε τζαμί την περίοδο της Τουρκοκρατίας και τώρα μετά τον ιερό βαλκανικό πόλεμο, καθώς νίκησε ο Σταυρός, μετατρέψαμε πάλι σε Εκκλησία μας, όπως είχαμε κάθε δικαίωμα.

Στο χωριό Μπόργιανη υπάρχει και άλλο ωραιότατο τζαμί, νεόκτιστο, ευρύχωρο και με μιναρέ. Εγώ δεν επέτρεψα οε κάποιους άτακτους χριστιανούς μου να το πειράξουν στο ελάχιστο, κατά την ανώμαλη περίοδο του προηγούμενου Οκτωβρίου (1912), όταν καταργήθηκε η τουρκική τυραννία. Το τζαμί αυτό είναι στη διάθεσή τους και βρίσκεται στο κέντρο του χωριού, που αριθμεί μόλις εκατό τουρκικές οικογένειες τώρα.

Το άλλο τζαμί, δηλαδή η εκκλησία μας τώρα, είναι μικρό και βρίσκεται στην άκρη του χωριού, όπου ζουν και οι χριστιανικές μας οικογένειες 15 - 20 τον αριθμό, διότι την περίοδο της τουρκοκρατίας δεν ήταν δυνατό να ζουν άφοβα με τις οικογένειες τους σε μερικά καθαρά τουρκικά χωριά.

Οι χριστιανοί μας στερούνταν και Εκκλησίες, διότι οι Τούρκοι, στα χωριά με μουσουλμάνους στη μεγάλη πλειοψηφία τους, δε δέχονταν ή επέτρεπαν πολύ δύσκολα την ανέγερση Εκκλησιών.

Τώρα λοιπόν που διορθώσαμε αυτό το τζαμί, αν και ήταν Εκκλησία μας, και την Αγία Τράπεζα βρήκαμε και τακτικό ιερέα στείλαμε στην Μπόργιανη και οι μουσουλμάνοι της Μπόργιανης έχουν το δικό τους ωραίο και ευρύχωρο τζαμί, να θέλουν να λάβουν πίσω την Εκκλησία μας, η οποία, κατά γενική ομολογία όλων, και των Χριστιανών στα γειτονικά χωριά, είχε μετατραπεί σε τζαμί.

Επομένως, το να στερηθούν οι χριστιανοί μου στην Μπόργιανη τη μόνη Εκκλησία τους θα ήταν σαν να στερούνται οι χριστιανοί μου στη Δράμα το Εσκί τζαμί και την εκκλησία της Αγίας Σοφίας, τα οποία από τζαμιά μετατρέψαμε οε εκκλησίες, διότι πράγματι ήταν εκκλησίες, πριν από την περίοδο της τουρκοκρατίας.

Αν θελήσετε να τα μετατρέψετε πάλι σε τζαμί, αυτό βέβαια είναι πολύ άδικο και ενάντια σε όλους τους θείους και ανθρώπινους νόμους. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τη μικρή μας εκκλησία στη Μπόργιανη και πιστεύω ότι, αν υπάρχει αίτημα των Μουσουλμάνων, δε θα ληφθεί υπόψη ως πολύ άδικο» [Μητροπολίτης Αγαθάγγελος, «Αι δραματικαί περιπέτειαι Δράμας μέχρι της απελευθέρωσης αυτής», Καβάλα, 1913, σελ. 122 - 123].

Η επιστολή, μάς επιτρέπει να χρονολογήσουμε την πρώτη εκκλησία στην Μπόργιανη. Το τζαμί μετατράπηκε σε Εκκλησία μετά τη φυγή των Τούρκων (23 Οκτωβρίου 1912) και πριν από τη συγκεκριμένη επιστολή (16 Απριλίου 1913).
Η πληροφορία του Μητροπολίτη για ύπαρξη εκκλησίας, πριν από την περίοδο της Τουρκοκρατίας, δεν έχει αποδειχτεί από τις ιστορικές πήγες ή τα αρχαιολογικά ευρήματα.
Μήπως ήταν κάποιο τέχνασμα του Αγαθάγγελου, για να πείσει τις βουλγαρικές αρχές;

Έχουμε όμως και τη μαρτυρία του κ. Ηλία Παπαζώτου για τη ζωή των ηπειρωτών στο χωριό μας και την πρώτη εκκλησία μας.
Αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Όταν δόθηκε στις οικογένειες των ηπειρωτών το δικαίωμα να ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, άρχισαν να ερευνούν στον αυλόγυρο της μικρής εκκλησίτσας που υπήρχε, οπότε βρήκαν την Αγία Τράπεζα, η οποία ήταν μαρμάρινη και σκαλιστή.
Οι γυναίκες άρχισαν τότε με σουγιαδάκια να την καθαρίσου από τα χώματα και, αφού την έπλυναν, την τοποθέτησαν στο εγκαταλελειμμένο τουρκικό τζαμί που ήταν χτισμένο εκεί. Σιγά - σιγά έχτισαν και ένα εκκλησάκι όπου και μετάφεραν μόνιμα πια την Αγία Τράπεζα» [βλ. Ηπειρώτες, οι πρώτοι Έλληνες κάτοικοι του Αγίου Αθανασίου της κ. Δήμητρας Μαντζιώρη]

Πότε όμως και από ποιους χτίστηκε η μικρή εκκλησία στην Μπόργιανη, για την οποία γίνεται λόγος στη μαρτυρία του κ. Παπαζώτου;
Ήταν έργο των ηπειρωτών, των πρώτων ελλήνων κατοίκων του χωριού μας, που εγκαταστάθηκαν εδώ από το 1904; Και αν δεχτούμε τη μαρτυρία του Μητροπολίτη Αγαθάγγελου για ύπαρξη εκκλησίας πριν από την περίοδο της τουρκοκρατίας, ποιοι ήταν εκείνοι οι μακρινοί συμπατριώτες και ομόθρησκοί μας;

Η «μαρμάρινη και σκαλιστή Αγία Τράπεζα» της πρώτης εκκλησίας, που αναφέρουν ο Μητροπολίτης Αγαθάγγελος στο ημερολόγιό του και ο κ. Παπαζώτος, είναι ένα κορινθιακό κιονόκρανο από τον αρχαιολογικό χώρο των Φιλίππων!

Συγκεκριμένα, κιονόκρανο από τη Βασιλική Β' των Φιλίππων (παλαιοχριστιανική εκκλησία του 550 μ.Χ.), που παραμένει άγνωστο πως και πότε βρέθηκε στο χωριό μας, χρησιμοποιήθηκε ως Αγία Τράπεζα στην παλιά ενοριακή εκκλησία της Αγίας Παρασκευής.

Όταν γκρεμίστηκε η παλιά εκκλησία, για να δώσει τη θέση της στην καινούρια, οι συγχωριανοί μας έχτισαν από σεβασμό παρεκκλήσι εκεί που βρισκόταν ο μέχρι τότε ναός της Αγίας Παρασκευής, διατηρώντας ανέπαφη την Αγία Τράπεζα, το κορινθιακό κιονόκρανο, δηλαδή από τους Φιλίππους.

Το 1972 η Εφορεία Αρχαιοτήτων Καβάλας επιχείρησε να μεταφέρει το κιονόκρανο στους Φιλίππους. Η αρχαιολόγος κ. Ευτ. Κουρκουτίδου - Νικολαΐδου γράφει στο Αρχαιολογικό Δελτίο:

«Έγινε ενέργεια για μεταφορά στη Βασιλική Β' του κυανοκράνου της, που βρισκόταν στον εγκαταλελειμμένο ναό της Αγίας Παρασκευής στο χωριό του Αγίου Αθανασίου. Το αίτημά μας δεν έγινε αποδεκτό από το Μητροπολίτη Δράμας» [Αρχαιολογικό Δελτίο, 1972, Χρονικά σελ. 573.]

Χάρη στο Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Δράμας Διονύσιο και τις αντιδράσεις των συγχωριανών μας, παρέμεινε στο χωριό μας ένα κομμάτι της νεότερης ιστορίας μας, που μπορεί να μην έχει ιδιαίτερη αρχαιολογική αξία, αλλά είναι σίγουρα συναισθηματικά δεμένο με τους παλαιότερους κυρίως κατοίκους.

Comment (0) Hits: 1511

Ο μεγαλοκτηματίας ιμάμης της Μπόιραν και οι τουρκικές ονομασίες στον κάμπο του χωριού μας

του Βασίλη X. Ριτζαλέου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Βοϊράνη, τεύχος 33, έτος 1997

Το καλοκαίρι του 1922 υπήρχε μεγάλη νευρικότητα στους κατοίκους της περιοχής μας. Οι Τούρκοι του χωριού, όπως και στις γειτονικές κοινότητες, ανησυχούσαν για την τύχη τους και προχωρούσαν σε πώληση της ακίνητης περιουσίας, μπροστά στο ενδεχόμενο της αναγκαστικής μετακίνησης στην Τουρκία.

Ο παλιός ιμάμ(ης) του χωριού μας Σουλεϊμάν, που είχε μετακομίσει στην Καβάλα, διέθετε 40 στρέμματα γης «εις τη κτηματική περιφέρεια του χωριού Μποϊράνης», συνολικής αξίας 3.880 γροσίων (τιμή αγοράς σε χρόνο που δεν αναφέρεται στα συμβόλαια).

Ήταν από τους ανθρώπους που αναζητούσαν εκείνη την εποχή αγοραστές. Τους βρήκε τον Ιούνιο του 1922. Στις 17 του μήνα και ημέρα Παρασκευή, υπόγραψε τα συμβόλαια πώλησης στο γραφείο του συμβολαιογράφου I. Τσαμαδού, στην Καβάλα, με τους κατοίκους του χωριού μας Αλητζίκ ογλού Χασάν, γεωργό στο επάγγελμα και τον τελευταίο μάλλον ιμάμ(η) στην Μπόιραν Χουσεΐν ογλού Μουλά Μουσταφά. Συγκεκριμένα πώλησε 22 στρέμματα στον Αλητζίκ αντί 7.000 δρχ. και 18 στρέμματα στον ιμάμ Χουσεΐν αντί 2.000 δρχ. Εξαιτίας της .... συναδελφικής αλληλεγγύης, προφανώς, ο Χουσεΐν εξασφάλισε χωράφια ίσης έκτασης και στην ίδια ακριβώς θέση με εκείνα που αγόρασε ο δυστυχής Αλητζίκ στη μισή τιμή.

Όλοι γνώριζαν μόνο την τουρκική γλώσσα και χρειάστηκαν βοήθεια διερμηνέων, του Ισραηλίτη εμπόρου Τορών και του χριστιανού Σερδαρίδη. Εντύπωση προκαλεί η παρουσία και δεύτερου Ισραηλίτη, του μεταπράτη Μωΰς Δαφά, ως μάρτυρα.

Τα κτήματα του ιμάμ Σουλεϊμάν βρίσκονταν σε διάφορες θέσεις του κάμπου του χωριού μας και καταλάμβαναν έκταση από ένα μέχρι έξι στρέμματα. Αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, γιατί μας επιτρέπει να συγκρίνουμε τις ονομασίες θέσεων στον κάμπο εκείνης της εποχής με τις σημερινές. Αναφέρονται συγκεκριμένα οι θέσεις: Γιουκαρή Κουμσαλτού, Κουμσαλτού Κιούπ Ταρλασί, Ασαγκί Κουμσαλτού (μήπως σας θυμίζει τη γνωστή περιοχή με το όνομα Κουμσάλια;), Μεμέτ Αλή μπουναρλή αλταντά ή αχταντά (έχετε ακούσει τη θέση Μεμέτ Αλή μπουνάρ;), Ντιγκιρμέν γιουλού ακταντά (ποιος δρόμος είναι γνωστός ακόμη και σήμερα ως ντιρμέν γιολού;) Καλαμπάκ Τεπεντέ (σχεδόν όλοι γνωρίζουμε τη θέση Καλαμπάκ Τεπέ).

Οι περισσότερες θέσεις που αναγνωρίζονται εύκολα, σήμερα, από τους καλλιεργητές του χωριού βρίσκονται δυτικά της κοινότητας. Συνορεύουν με κτήματα κατοίκων του Καλαμποκιού, του Δοξάτου και των Κυργίων, καθώς οι τελευταίοι διαθέτουν κτήματα νότια και δυτικά του χωριού μας.

Η περιοχή Κουμσάλια πήρε το όνομά της μάλλον από το αμμουδερό της έδαφος, καθώς πλημμύριζε συχνά από τα ορμητικά νερά του ρέματος στο Δοξάτο, που μετέφερε μεγάλες ποσότητες άμμου.

Ειδικότερα η θέση στα Κουμσάλια με το περίεργο όνομα Κιούπ Ταρλασί, δηλαδή χωράφια με μεγάλα πήλινα πιθάρια, εξηγείται από την πληροφορία ότι οι πρώτοι πρόσφυγες αγρότες έβρισκαν εκεί -σε μικρό βάθος- πιθάρια, στα οποία πίστευαν ότι οι Τούρκοι φύλαγαν ποσότητες νερού. Θα μπορούσε όμως να υποθέσει κάποιος ότι βρίσκονταν μπροστά σε αρχαία ή βυζαντινά πιθάρια, καθώς έχουμε τεκμηριωμένα ανάλογες περιπτώσεις στον κάμπο μας!

Κοντά στα Κουμσάλια βρίσκεται και η περιοχή που είναι γνωστή σήμερα ως Μεμέτ μπουνάρ, ενάμιση χιλιόμετρο δυτικά του χωριού μας προς το Καλαμπόκι, όπου υπήρχαν παλαιότερα γκιόλα και πηγάδι.

Ακόμη πιο κοντά στην κοινότητα Καλαμπακίου βρίσκεται η θέση Καλαμπάκ Τεπέ, που σημαίνει λόφος Καλαμπακίου, όπου ανακαλύφθηκαν ίχνη αρχαίου οικισμού.

Από τα συμβόλαια της αγοραπωλησίας του ιμάμ Σουλεϊμάν προκύπτει εξάλλου ότι κάτοικοι γειτονικών κοινοτήτων είχαν κτήματα στις ίδιες περιοχές με τους Τούρκους της Μπόιραν.

Έτσι στα Κουμσάλια είχαν ιδιοκτησίες ο Ομέρ Αγά, ο Χατζή Αμέτ Αγά, ο Οσμάν Τεχλιβάν, όλοι κάτοικοι Δοξάτου (αναφέρονται ως «Δοξατλή»), και ο Κυργιώτης Χατζή Βελή (αναφέρεται ως «Κιρλή» από το «Κιρ» το τούρκικο όνομα του χωριού).

Οι κάτοικοι του Καλαμπακίου, από την περίοδο της Τουρκοκρατίας, πήγαιναν στους νερόμυλους του Μπουνάρ Μπασί (του Κεφαλαρίου) και χρησιμοποιούσαν τον «ντιρμέν γιολού», όπως είναι γνωστός μέχρι τις μέρες μας, το δρόμο δηλαδή που συνέδεε το χωριό τους με τους νερόμυλους. Οι Τούρκοι ονόμαζαν αυτόν το δρόμο "ντιγκιρμέν γιολού".

Άλλες θέσεις στον κάμπο του χωριού μας, που δεν στάθηκε δυνατό να αναγνωριστούν, είναι Κιοϊ αλταντά, αλταντά, γιολαντά, κανλή μουντέ, Ορτά Γιολαντά, Εσκή Μπαγλαντά και Κανακλαντά, για την οποία είναι γνωστό ότι βρισκόταν κοντά σε έλη.

Συγκρίνοντας τις τιμές των χωραφιών παίρνουμε χρήσιμες πληροφορίες για την αξία τους εκείνη την εποχή. Η πιο υψηλή τιμή συναντάται στη θέση Καλαμπάκ Τεπέ (700 δρχ. το στρέμμα) και η μικρότερη στο ντιρμέν γιολού, στο δρόμο προς τους νερόμυλους Κεφαλαρίου (80 δρχ. το στρέμμα). Στα Κουμσάλια η μέση τιμή του στρέμματος ήταν 400 δρχ., ενώ στη θέση Μεμέτ Αλή Μπουνάρ ο ιμάμ Σουλεϊμάν δεν «πέτυχε» υψηλή τιμή (182 δρχ. το στρέμμα).

Από τα παραπάνω συμβόλαια προκύπτουν και νέα ονόματα Τούρκων του χωριού μας, τα οποία αναφέρω χωρίς αλφαβητική σειρά: Χαλήλ εφέντη, Αβδούλ εφέντη, Γουκρού εφέντη, Σοκρή εφέντη, Συναπόγλου Χασάν, Αμέτ Ογλουχαρή, κληρονόμοι Ταχσίν, Αμέτ Τσαούς, Χατζή Μπόι Χασάν, κληρονόμοι ογλού Αζήν, Χασάν ογλού Ηλιάς Νταλακλή Μεμέτ, Τσαριξή ογλολαρή, Μπαλτή, Αχμέτ Χαβαλεντήν Χουσεΐν, Σαλή ογλού Κιαμήλ, Φερχαέ Τσαούς και Χαφούζ Χουσεΐν.


Ευχαριστώ θερμά το θείο μου Χρυσόστομο Ριτζαλέο για τη σταθερή και πάντα πολύτιμη βοήθειά του.

Comment (1) Hits: 1553

Η ιστορία του Ηρώου του χωριού

της Δήμητρας Μαντζιώρη

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Βοϊράνη, τεύχος 29, έτος 1996

skk111 

Αναμνηστική πόζα στο ηρώο, στη δεύτερη θέση του
(Για σχόλια, Φωτ. ΣΚΚ-111).

Όλοι μας γνωρίζουμε το άγαλμα που μέχρι και πριν από λίγο καιρό ήταν τοποθετημένο στο χώρο απέναντι από το 1ο Δημοτικό σχολείο. Πόσοι όμως από μας γνωρίζουνε και την ιστορία του;

Η αλήθεια είναι ότι βλέποντάς το κάθε φορά που κατεβαίναμε για να κάνουμε τα ψώνια μας στην αγορά του χωριού, δεν μας περνούσε ποτέ από το μυαλό η σκέψη: "Πότε άραγε δημιουργήθηκε αυτό το μνημείο και από ποιους" και αυτό γιατί τα τόσα χρόνια που στέκει εκεί, έγινε ένα με τους κατοίκους. Έχουμε τόσο πολύ εξοικειωθεί μαζί του που νιώθουμε ότι υπήρχε πάντα.

Πέρα όμως από το συναισθηματικό δεσμό, είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε και την ιστορία των μνημείων που έχουμε και αυτό για να είμαστε σε θέση να τα υπερασπίσουμε κάθε φορά που κάποιος ή κάποιοι επιτήδειοι θέλουν να καπηλευτούν την εθνική μας κληρονομιά.

Έτσι και εμείς ορμώμενοι από το παραπάνω σκεπτικό φροντίσαμε να μάθουμε κάποια πράγματα σχετικά με την ιστορία του αγάλματος και σας τα παραθέτουμε παρακάτω.

Την απόφαση δημιουργίας αυτού του μνημείου την πήρανε τα μέλη του νεοσύστατου (για πρώτη φορά) κοινοτικού συμβουλίου του Αγίου Αθανασίου, το έτος 1927.

Με τον τρόπο αυτό θέλανε να απονείμουνε τον ελάχιστο φόρο τιμής στους πεσόντες συμπατριώτες μας στις μάχες υπέρ της ελευθερίας της πατρίδας μας. Αυτή, άλλωστε, η διάθεση εκφράζεται και στην πρόταση που αναγράφεται πάνω στη μαρμάρινη στήλη: "Υπέρ των πεσόντων στους υπέρ της πατρίδος Ελλάδος αγώνες".

Ο χώρος στον οποίο για πρώτη φορά τοποθετήθηκε το άγαλμα, ήταν το κέντρο της παλιάς κοινότητας του χωριού. Την εποχή όμως που η περιοχή μας βρισκόταν υπό την κατοχή των Βουλγάρων, κάποιος Αγιοθανασίτης, που για λόγους ευνόητους δεν αναφέρουμε το όνομά του, "ξήλωσε" το άγαλμα και το έθαψε στην παλιά γκιόλα. Φυσικά επρόκειτο για έναν ακόμη Εφιάλτη σαν αυτούς που κατά καιρούς έκαναν την εμφάνισή τους.

Το 1945 με ενέργειες της τότε κοινοτικής αρχής ξεθάφτηκε το άγαλμα και τοποθετήθηκε στην κεντρική πλατεία.

Το 1955 μεταφέρθηκε επί της οδού Αγίας Παρασκευής δίπλα στο οικόπεδο του κ. Ελμαζίδη Ηλία, στο χώρο της σημερινής παιδικής χαράς.

Επειδή, όμως, η περιοχή εκείνη απείχε από το κέντρο του χωριού, έχουμε νέα μεταφορά του το 1970 στο χώρο που μέχρι και σήμερα φιλοξενούνταν.
Τώρα, εν έτη 1996, το άγαλμα μεταφέρθηκε πριν από λίγο καιρό στο χώρο του 1ου Δημοτικού Σχολείου για λόγους μεγαλύτερης ευρυχωρίας.

Αυτό που πρέπει ν' αναφέρουμε είναι ότι όλες οι μεταφορές του αγάλματος γίνονταν με έξοδα της κοινότητάς μας.

Αυτή λοιπόν είναι σε γενικές γραμμές η ιστορία του αγαπημένου μας μνημείου.


Ευχαριστούμε τον γραμματέα της κοινότητας μας κ. Μιχαηλίδη Κώστα για όλες τις παραπάνω πληροφορίες που μας παρείχε, αφού δυστυχώς δεν υπάρχουν επίσημα σχετικά στοιχεία, καθώς το αρχείο της κοινότητας κάηκε στις 29 Σεπτεμβρίου του 1941 μαζί με την κοινότητα.

Comment (0) Hits: 1506
Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn
Αναζήτηση

Δείτε επίσης

Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 3 επισκέπτες και κανένα μέλος

Κύλιση στην Αρχή