μενού

Μια οφειλόμενη –έστω και καθυστερημένα– «εξομολόγηση»

του Κωνσταντίνου Κυριαζή-Κηπουρού, υπεύθυνου έκδοσης της διμηνιαίας έκδοσης του Πολιτιστικού Συλλόγου «ΒΟΪΡΑΝΗ»


Ήταν στις αρχές του 1991 όταν η ώρα η καλή το ΄φερε, σε μια συζήτηση με τον τότε πρόεδρο του χωριού μας, Νίκο Παπαδόπουλο, και τον αείμνηστο Τάσο Ασλανίδη, τότε πρόεδρο του Πολιτιστικού Συλλόγου, να γεννηθεί η ιδέα έκδοσης μιας «εφημερίδας» του χωριού, με φορέα τον Σύλλογο, για να αποτελέσει χώρο καταγραφής των όσων συνέβαιναν σ΄ αυτό, αλλά και της ιστορίας του, κυρίως όμως για να φέρει σε στενότερη επαφή μ΄ αυτό τους «απανταχού Αγιοαθανασίτες».

Η φιλόδοξη μα ταυτόχρονα και ρηξικέλευθη αυτή ιδέα ρίζωσε από τότε για καλά στο μυαλό μου με αποτέλεσμα, αφού πρώτα συγκροτήθηκε η πρώτη συντακτική ομάδα, αποτελούμενη από μένα, ως «υπεύθυνο έκδοσης» και από δύο συγχωριανούς δασκάλους, τον Χρήστο Μπαρούδη και τον Στέλιο Αναστασιάδη, και αφού με ευθύνη του Τάσου Ασλανίδη καταγράφηκαν τα ονόματα και οι διευθύνσεις όλων των συγχωριανών μας και ιδίως αυτών του εξωτερικού, στις αρχές του Μάη του ίδιου έτους με τον ερχομό της Άνοιξης, γεννήθηκε το πρώτο τεύχος της τετρασέλιδης τότε «Βοϊράνης».

Στο τεύχος αυτό επιχειρείται μια πρώτη αναφορά στην ιστορία του χωριού μας και στην παλιά ονομασία του, -που έδωσε και το όνομά του στην εφημερίδα μας- καθώς και στους λόγους που μας οδήγησαν σ΄ αυτό το συλλογικό εγχείρημα, με παράλληλη έκφραση της ελπίδας μας να αγκαλιαστεί και να ενισχυθεί απ΄ όλους τους συγχωριανούς μας. Συγχρόνως όμως εξ αρχής διακηρύχτηκε ο στόχος μας να αποτελέσει η «Βοϊράνη» ένα ελεύθερο βήμα προβληματισμού, διαλόγου και προβολής όλων των θέσεων και απόψεων των συγχωριανών μας, εντός και εκτός χωριού, έτσι ώστε να εξελιχθεί σ΄ ένα ζωντανό κύτταρο πολιτιστικής δημιουργίας και αναγέννησης που θα τάραζε την πνευματική ακινησία που χαρακτήριζε -όπως και τώρα- και κείνη την περίοδο.

Η ετήσια συνδρομή καθορίστηκε στο ποσό των 1.000 δρχ. -αντιστοιχούν σε τρία (3) € - και η πρώτη «Βοϊράνη» στάλθηκε σε όλους σχεδόν τους συγχωριανούς μας, εντός και εκτός χωριού, ήτοι πάνω από 1.300 φύλλα. Τα πρώτα σχόλια, κυρίως από ανθρώπους του Τύπου και του πνεύματος στην ευρύτερη περιοχή του Νομού μας, ήταν ιδιαίτερα κολακευτικά, μα το πιο συγκινητικό ήταν η ενθουσιώδης υποδοχή που της έγινε από συγχωριανούς μας του Εξωτερικού. Χαρακτηριστική είναι η πρώτη επιστολή που δεχθήκαμε απ΄τα ον συγχωριανό μας Γεώργιο Ερμείδη, μόνιμο κάτοικο Βιέννης και πρόεδρο του Ποντιακού Συλλόγου Βιέννης «Ο ξενιτέας», ο οποίος -όπως μας γράφει- με «δάκρυα χαράς» διάβασε και ξαναδιάβασε τη «Βοϊράνη» γιατί «τον ένωσε νοερά με την ιδιαίτερη πατρίδα του, τους συγγενείς του, τις μνήμες, τις αγάπες του».

Απ΄το δεύτερο κιόλας τεύχος η «Βοϊράνη» εμπλουτίστηκε με περισσότερο υλικό, διπλασιάζοντας τις σελίδες της και άρχισε να κατακλύζεται από ενδιαφέρουσες συνεργασίες -κυρίως ιστορικού και λαογραφικού περιεχομένου- από ανθρώπους του πνεύματος και της παράδοσης της ευρύτερης περιοχής μας, δίνοντας φτερά και ικανοποίηση στην συντακτική της ομάδα, η οποία άρχισε να εμπλουτίζεται με νέο αίμα κυρίως από δασκάλους και μαθητές των σχολείων μας.

Δυστυχώς όμως, όπως συνήθως συμβαίνει στον τόπο μας, όπου όλα τα νέα και ελπιδοφόρα πετάγματα ανακόπτονται εν τη γενέσει τους, η προσπάθεια αυτή, με την μορφή που γεννήθηκε, διακόπηκε, για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως των εμπνευστών της, για έναν περίπου χρόνο με αποτέλεσμα τα τεύχη με αριθμό 7,8,9 και 10 να μην έχουν την δική τους σφραγίδα.

Η διακοπείσα προσπάθεια συνεχίστηκε με την αρχική συντακτική ομάδα, μετά από έναν χρόνο, δηλαδή απ΄ τον Απρίλιο του 1993 και έμελε να διακοπεί και πάλι μετά από ένα χρόνο με την εκλογή νέου Δ.Σ. στο Σύλλογο, ανεξάρτητα και πάλι από τη θέληση της αρχικής συντακτικής ομάδας, με αποτέλεσμα τα τεύχη με αριθμό 16, 17, 22, και 23 να μην έχουν και πάλι την δική της σφραγίδα.

Απ΄ τα τέλη του 1995 και με την εκλογή νέας διοίκησης στο Σύλλογο, άρχισε μία νέα περίοδος για την «Βοϊράνη», η οποία έχοντας ως πυρήνα την αρχική συντακτική ομάδα, θέτει νέους στόχους, αυξάνει τον αριθμό των συνεργατών της και γίνεται πλέον δωδεκασέλιδη. Η περίοδος αυτή διήρκεσε έξι περίπου χρόνια και χαρακτηρίστηκε απ΄τα ην αρμονική και δημιουργική συνεργασία του Δ.Σ. του Συλλόγου και της συντακτικής ομάδας, γεγονός που είχε ορατά αποτελέσματα στον πλούτο και στην ποιότητα του υλικού της «Βοϊράνης».

Δυστυχώς κι αυτή η περίοδος έμελε να σβήσει -απ΄ ότι φαίνεται οριστικά πλέον- στις αρχές της άνοιξης του 2001, (προηγήθηκαν και πάλι εκλογές για νέο Δ.Σ.), δέκα χρόνια μετά την γέννησή της, την άνοιξη του 1991, με τον δείκτη του χρόνου να σταματά στο 53ο τεύχος, όπου στην πρώτη σελίδα -τι ειρωνεία- αναγγέλλεται ένας νέος κύκλος ζωής για την «Βοϊράνη».

Δεν είναι του παρόντος και ούτε στις προθέσεις μου να αναφερθώ στους λόγους που δεν ξεκίνησε αυτός ο νέος κύκλος. Το βέβαιο είναι ότι δεν ήταν στις προθέσεις μου, ούτε στα σχέδιά μου να διακοπεί η έκδοση της «Βοϊράνης». Γιατί για μένα η «Βοϊράνη» ήταν η ψυχή μου, ήταν αληθινός έρωτας και πάθος. Πώς όμως να κρατηθεί αυτός ο έρωτας όταν έγιναν στάχτες οι φλόγες που τον συντηρούσαν...

Φαίνεται τελικά ότι είναι αναπόφευκτη μοίρα στις μικρές και ανούσιες ζωές των ανθρώπων να μην γίνεται ανεκτή για πολύ η αληθινή ομορφιά, η άδολη δημιουργία. Σαν έτοιμος από καιρό να αποδεχτώ το μοιραίο, επέλεξα συνειδητά να κλείσω το τελευταίο τεύχος της «Βοϊράνης» με τους παρακάτω στίχους απ΄το ποίημα «Όσο μπορείς» του Αλεξανδρινού μας ποιητή:
«κι αν δεν μπορείς να κάμεις τη ζωή σου όπως την θέλεις/, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον/ όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις/ μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου/, μες στες πολλές κινήσεις και ομιλίες» βάζοντας πλάι σ΄ αυτούς και τους στίχους του Νίκου Γκάτσου που μιλούσαν για ένα χαμένο όνειρο. «Μια φορά κι ένα καιρό/ όπως λεν τα παραμύθια/ κυνηγούσα το όνειρο/ για να μάθω την αλήθεια/ να΄ναι ήλιος, να΄ναι αστέρι/ ποιος την είδε, ποιος την ξέρει/ αχ γιατί, αχ γιατί/ μοιάζει με καρδούλα κλειστή».

Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια μετά από το τελευταίο αντίο στη «Βοϊράνη» και ενώ είχα καταχωνιασμένο κάπου βαθιά τον δερματόδετο τόμο της με όλα της τα τεύχη, -κάθε φορά που τον ανέσυρα με πλημμύριζαν έντονα συναισθήματα νοσταλγίας αλλά και πόνου- ήλθε να μου ταράξει την ηρεμία μου η φωνή της συγχωριανής μας Κούλας Γιατζιτζόγλου, (το «τσουρουσάκι», όπως είναι πλατύτερα γνωστό στους παλαιότερους του χωριού ), μόνιμης κατοίκου της Αθήνας και ασχολούμενης επαγγελματικά με προγράμματα του διαδικτύου, η οποία βάλθηκε, ιδίοις εξόδοις, να αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος απ΄τον χρόνο της, έτσι ώστε να «ψηφιοποιηθεί» η «Βοϊράνη» και να αποτελέσει μέρος της ιστοσελίδας του Πολιτιστικού Συλλόγου, με στόχο όχι μόνο να μη χαθεί το πολύτιμο υλικό της, αλλά κυρίως να μπει στα σπίτια μεγάλου αριθμού συγχωριανών μας, κυρίως της νεώτερης γενιάς, αλλά και ερευνητών που ταξιδεύουν στον κυβερνοχώρο του διαδικτύου.

Ομολογώ ότι το εγχείρημα αυτό, του οποίου είναι πρόδηλη και πασιφανής η τεράστια σημασία, ήταν για μένα αδιανόητο να το επιχειρήσω (δυστυχώς απ΄ότι φαίνεται η σημασία και η σπουδαιότητά του δεν έγινε αντιληπτή, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, απ΄όσους ενδεχομένως θα είχαν την αρμοδιότητα να το υλοποιήσουν).

Έχοντας λοιπόν πλήρη επίγνωση της κοπιώδους προσπάθειας και της σημασίας αυτού του εγχειρήματος οφείλω, πιστεύοντας ότι διερμηνεύω τα συναισθήματα όλων των συγχωριανών μου που αγαπούν αληθινά τον τόπο τους, να εκφράσω μέσα απ΄την καρδιά μου τις πιο θερμές μου ευχαριστίες στη συγχωριανή μας Κούλα Γιατζιτζόγλου, ελπίζοντας ότι αυτή η πρωτοβουλία, πέραν της παροχής της δυνατότητας σε ερευνητές του μέλλοντος, να έλθουν σε άμεση επαφή με την ιστορία του τόπου μας, θα ευαισθητοποιήσει και θα ενεργοποιήσει όσους έχουν τις αντίστοιχες θεσμικές ευθύνες, έτσι ώστε να ευτυχίσουμε να ξαναδούμε ίσως και την αναγέννηση της ίδιας της «Βοϊράνης».

Θα ήταν όμως μεγάλη μου παράλειψη αν, κλείνοντας αυτή την «εξομολόγηση», δεν έκανα μια μικρή αναφορά σ΄αυτούς που εργάστηκαν αθόρυβα και ουσιαστικά για την διαμόρφωση της εικόνας της, τουλάχιστον για το διάστημα που είχα την ευθύνη της έκδοσής της. Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» λοιπόν στον Χρήστο Μπαρούδη και στον Στέλιο Αναστασιάδη, που μαζί αποτελέσαμε για το μεγαλύτερο διάστημα την συντακτική της ομάδα, στον Μόρφη Κωνσταντινίδη και στον Δημήτρη Ξανθόπουλο, που ήταν αντίστοιχα υπεύθυνοι για τις διαφημίσεις και για τα οικονομικά της. Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» επίσης στον συγχωριανό μας ιστορικό και φιλόλογο Βασίλη Ριτζαλέο, του οποίου οι συνεργασίες, ιστορικού κυρίως περιεχομένου, συνέβαλαν τα μέγιστα στην ποιότητα της «Βοϊράνης» και στην προσπάθεια καταγραφής της τοπικής μας ιστορίας.

Τέλος ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στην Δήμητρα Ματζιώρη για τις πολλές και αξιόλογες συνεργασίες της, τον παπα-Κώστα, ιερέα της εκκλησίας μας, την ληξίαρχο της Κοινότητας Νούλα Κιαμουρίδου και την ληξίαρχο του μετέπειτα Δήμου μας Μαρία Μουστάκα, την υπεύθυνη του ΚΑΠΗ Ευθυμία Ξενίδη και την υπεύθυνη του Κ.Ε.Φ.Ο. Μαίρη Κωνσταντινίδου για τις τακτικές συνεργασίες τους πάνω στον χώρο που εκπροσωπούσαν. Επίσης στον Γιάννη Αγαθαγγελίδη και στον Σάββα Συμεωνίδη για την προσκόμιση διαφημίσεων, όπως επίσης και σ΄ όλους τους δασκάλους και καθηγητές (και είναι πολλοί) που ανελλιπώς τροφοδοτούσαν τις στήλες της «Βοϊράνης» με τα νέα και τις δραστηριότητες των σχολείων τους.

Θα ήταν μεγάλη όμως παράλειψη αν δεν ευχαριστούσα ιδιαιτέρως τις τότε μαθήτριες Γυμνασίου, Ανθή Παρασχάκη, Γιάννα Ελευθερίου, Σκάρογλου Κωνσταντίνα, καθώς και τις Σοφία και Ελένη Σιμήκογλου, οι οποίες με τις κοπιώδεις έρευνες και τις ζωντανές συνεντεύξεις τους ομόρφυναν και έδωσαν ξεχωριστή αξία και αίγλη στο περιεχόμενο της «Βοϊράνης».

Είναι βέβαιο ότι υπήρξαν κι άλλοι πολλοί που συνέβαλαν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, (τέτοιος ήταν και ο αείμνηστος Σωτήρης Κατσαντώνης που παίρνοντας υπό μάλης τα τεύχη της «Βοϊράνης» τα διακινούσε σπίτι- σπίτι) στην επιτυχία της έκδοσης και στη μακροημέρευση της έκδοσης, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται στα τεύχη της.

Σ΄ όλους αυτούς, καθώς και όσους με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, όπως οικονομικές ενισχύσεις, επιστολές αλλά ακόμη και έκφραση παραπόνων, έδωσαν το στίγμα τους και έβαλαν την σφραγίδα τους σ΄αυτή την δεκαετή προσπάθεια του Πολιτιστικού Συλλόγου, για τον πολιτισμό, την καταγραφή της ιστορίας αλλά και την ανάπτυξη του τόπου μας, τους πρέπει ένα μεγάλο «ευχαριστώ», το οποίο νομίζω ότι αντανακλά και τα αληθινά αισθήματα όσων εκ των συγχωριανών μας αγκάλιασαν και στήριξαν αυτή την όμορφη προσπάθεια.

Αύγουστος 2015, Κωνσταντίνος Κυριαζής-Κηπουρός

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn
Αναζήτηση

Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 44 επισκέπτες και κανένα μέλος

Κύλιση στην Αρχή